Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

ΟΙ ΑΝΑΠΛΑΔΕΣ ΛΕΥΚΙΜΜΗΣ ...


ΟΙ ΑΝΑΠΛΑΔΕΣ ΛΕΥΚΙΜΜΗΣ 
ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ

Γιώργος Γαστεράτος

 Ένα από θα ερωτήματα που κατά καιρούς τίθενται σχετικά με το παρελθόν είναι αυτό της καταγωγής και προέλευσης ανθρώπων, οικογενειών και οικισμών. Το ερώτημα αυτό, όπως και την προσπάθεια απαντήσεων, το συναντάμε συχνά στην τοπική ιστοριογραφία και έρευνα, καθώς η ιστορία της Κέρκυρας είναι αντικειμενικά από τις πλουσιότερες στον ελληνικό χώρο, υποστηριζόμενη από ένα επίσης πλούσιο ιστορικό αρχείο, θησαυρό γνώσεων και πληροφοριών.

Στο χώρο μας, τη Λευκίμμη, συχνά τίθεται το ερώτημα για την καταγωγή του χωριού Αναπλάδες, χωρίς, ωστόσο, να έχει δοθεί μέχρι σήμερα κάποια πειστική απάντηση. Αρκετές φορές, μάλιστα, γίνεται λόγος για πελοποννησιακή καταγωγή, η οποία στηρίζεται σε κάποιες ενδείξεις όπως το όνομα που παραπέμπει στη λέξη Ανάπλι, όπως λεγόταν παλιότερα το Ναύπλιο, η πελοποννησιακή(;) κατάληξη –όπουλος των επιθέτων που απαντούν εκεί, όπως Χρυσικόπουλος, Παπαβλασόπουλος κ.α. και η συνοικία Μανιουράτικα, της οποίας το όνομα θυμίζει Μάνη.

Ωστόσο, οι ενδείξεις δεν είναι πάντα ασφαλής βοηθός στην προσπάθεια για  την ανάσυρση των ψηγμάτων του παρελθόντος, το οποίο σαν άβυσσος μας περιβάλλει. Εξ όσων μπορούμε να γνωρίζουμε, πρώτος ο αείμνηστος Σπύρος Κατσαρός, στις ιστορίες του, είχε υποστηρίξει την πελοποννησιακή καταγωγή του χωριού Αναπλάδες, στηριζόμενος στη μελέτη Ἡ ἐν Κερκύρᾳ ἀποίκισις τῶν Ναυπλιέων καὶ Μονεμβασίων του ιστορικού Λαυρεντίου Βροκίνη, οποίος, όμως, δεν λέει ακριβώς κάτι τέτοιο αλλά υποστηρίζει γενικά ότι εγκαταστάθηκαν στην κερκυραϊκή ύπαιθρο Ναυπλιώτες και Μονεμβασιώτες που κατέφυγαν στην Κέρκυρα, μαζί με το γνωστό στρατιωτικό σώμα των Stradioti, όταν το 1540 έπεσε το Ναύπλιο και η Μονεμβασιά στους Τούρκους!

Επιπλέον, πολλοί από όσους επιχειρούν να γράψουν εγχειρίδια ιστορίας, συχνά ο ένας αντιγράφει και στηρίζεται στον άλλον χωρίς να ελέγχει την πηγή του, με αποτέλεσμα ένα λάθος να επαναλαμβάνεται και να διαιωνίζεται. Αρκετές φορές, δε, πρόκειται για χοντροειδή λάθη, ο μη εντοπισμός των οποίων προκαλεί εντύπωση! Το ίδιο θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε και στην περίπτωσή μας: Η αστήρικτη και ίσως βιαστική πληροφορία του Κατσαρού να επαναλαμβάνεται και να πλανάται ως σήμερα. Σ’ αυτό ίσως βοηθάει και η επιπόλαιη άποψη ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Λευκίμμης, αν όχι όλο, από κάπου έχει έλθει, λες και στη γόνιμη και πλούσια περιοχή μας δεν κατοικούσαν κάποτε άνθρωποι αλλά «…σκύμνοι ωρυόμενοι του αρπάσαι και ζητήσαι παρά τω Θεώ βρώσιν αυτοίς».

Προσεγγίζοντας, λοιπόν, το θέμα της προέλευσης των Αναπλάδων, κατ’ αρχήν θα πρέπει να τονίσουμε ότι το όνομα αυτό είναι σχετικά νεώτερο. Έως τα τέλη του 17ου αιώνα εντοπίζουμε τον οικισμό στα διάφορα νοταριακά έγγραφα με το παραπλήσιο όνομα Στανοπουλάδες, από το οποίο προέρχεται το σημερινό με την πρόθεση στις. Δηλαδή: Στανοπουλάδες > Στ’ανοπλάδες > Αναπλάδες. Τα επίθετα ήταν τα ίδια περίπου με τα σημερινά, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν εκλείψει. Όσον αφορά, δε, το όνομα «Μανιουράτικα» της ομώνυμης συνοικίας, είναι ξεκάθαρο πλέον πως ουδεμία σχέση έχει με τη Μάνη (άλλωστε, αν ετυμολογείτο από την Μάνη, θα έπρεπε να λέγεται Μανιάτικα) αλλά αποδεδειγμένα δηλώνει το μέρος όπου κατοικούσαν οι έχοντες το επίθετο Μαν(ι)ούρας, όπως κατ’ επανάληψη αυτό εμφανίζεται στα νοταριακά έγγραφα του ιστορικού αρχείου, και δηλώνει προφανώς αυτόν που ασχολείται με την τυροκομία. Τέλος, η κατάληξη –όπουλος παραπέμπει σε βυζαντινά επίθετα (πχ. Αργυρόπουλος, Στρατηγόπουλος κ.α.), καθώς η Κέρκυρα για αιώνες ήταν τμήμα της βυζαντινής επικράτειας, ενώ το επίθετο «Γαρδικιώτης», που επίσης απαντάται στην περιοχή, είναι από τα παλαιότερα καταγεγραμμένα. Ειρήσθω εν παρόδω ότι η λέξη «Γαρδίκι» ή «Γαρδίκιον» (πληθ.: Γαρδίκια), από όπου προέρχεται ο Γαρδικιώτης, ετυμολογούμενη από τους παλαιοσλαβικούς τύπους гордьсь ή градьсь, δηλώνει γενικά τον πύργο, το κάστρο, τον οχυρωμένο οικισμό, την πολίχνη και εχρησιμοποιείτο κατά κόρον στη βυζαντινή εποχή.

Επιπλέον, στοιχείο ενδεικτικό της παλαιότητας του οικισμού είναι η ύπαρξη του ναού του αγίου Αρσενίου. Ο άγιος Αρσένιος, αρχιεπίσκοπος της Κέρκυρας κατά τον 10ο αιώνα, ήταν ο άγιος - προστάτης του νησιού πριν από την έλευση, κατά τον 15ο αιώνα, του λειψάνου του αγίου Σπυρίδωνα, γεγονός που συνετέλεσε, μαζί με άλλους λόγους, στην εξαφάνιση της σχετικής ευλάβειας. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι επρόκειτο για μία ευλάβεια - λατρεία τοπικής εμβέλειας και επομένως, αν οι κάτοικοι του οικισμού Στ’Ανοπ(ου)λάδες ήταν έποικοι, θα ήταν αδύνατον να κτίσουν εκκλησία σε έναν άγνωστο γι’ αυτούς άγιο.

Η παλαιότητα, όμως του οικισμού και των κατοίκων του φαίνεται ξεκάθαρα και από τις συμβολαιογραφικές πράξεις που μας έχουν σωθεί. Στα κατάστιχα του συμβολαιογράφου ιερέως Σταματίου Κοντομάρη, που καλύπτουν πράξεις από το 1588 έως το 1614, έχει διασωθεί μία προγενέστερη συμβολαιογραφική πράξη που συντάχθηκε στις 20 Ιουνίου 1400 από το νοτάριο Ιωάννη Σπαρμιώτη. Για την εν λόγω πράξη, που αντιγράφθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 11 έως 20 Μαρτίου 1598, έχει γίνει η υπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος που την προσκόμισε ήταν είτε απόγονος των συμβαλλομένων είτε άλλο πρόσωπο, στο οποίο θα είχε περιέλθει η νομή ή η κυριότητα των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων. 

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πράξη, ο Θεόδωρος Μαυρόπουλος, πράκτορας της δεκαρχίας των Εξωκαστρινών και της πρακτορίας της Μέσης, και ο πρωτόγηρος της δεκαρχίας Γεώργιος Κομπολίτης, εκ μέρους της δεκαρχίας, συμφώνησαν με τον ιερέα Ιωάννη Παπαβλασόπουλο από το χωριό Στανοπουλάτες για παραχώρηση περιουσιακών στοιχείων, που ανήκαν στη δεκαρχία των Εξωκαστρινών και βρίσκονταν στην περιοχή των χωριών Πολιτάδες και Στανοπουλάτες της πρακτορίας Λευκίμμης.

Το έγγραφο αυτό, εντός των πολύτιμων στοιχείων για την οργάνωση και τη λειτουργία των δεκαρχιών στο νησί, είναι σημαντικότατο γιατί εμφανίζεται ο οικισμός των Στανοπουλάδων και το επίθετο Παπαβλασόπουλος τουλάχιστον από το έτος 1400, εκατόν σαράντα χρόνια δηλαδή πριν την πτώση του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς στους Τούρκους και τον εποικισμό στην Κέρκυρα των κατοίκων τους. 

Επομένως, από όλα όσα εκθέσαμε παραπάνω, προκύπτει ότι δεν απέχουμε από την αλήθεια αν δεχτούμε ότι ο οικισμός των Αναπλάδων είναι από τους παλαιότερους στην Κέρκυρα, με γηγενή πληθυσμό και πανάρχαιες ρίζες που ανάγονται στο μεσαιωνικό (βυζαντινό) μας παρελθόν.

Γιώργος Γαστεράτος
 M. Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Λειψία 19702, αρ. 58, σ. 26 και αρ. 23, σ. 88 και Fr. Von Miklosich, Lexikon Palaeoslovenico - Graeco – Latinum, Βιέννη 1862-1865 (ανάτ. Αalen 1977), σ. 141.
 Δεκαρχία: Ενότητα φορολογικής φύσεως με βυζαντινές καταβολές.
 Σπυρίδωνος Χρ. Καρύδη, «Αντίγραφα νοταριακών πράξεων του 15ου αι. στα κατάστιχα του κερκυραίου νοταρίου ιερέα Σταματίου Κοντομάρη», Παρνασσός, 41(1999).

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Μυρτιές ευλάβειας στη γιορτή της Βλαχέραινας, στη Λευκίμμη.



........................................................................................
Με ξεχωριστή λαμπρότητα γιορτάσαμε και φέτος, στις 2 Ιουλίου, τη γιορτή της Βλαχέραινας, δηλαδή της ανάμνησης της μεταφοράς και τοποθετήσεως («Καταθέσεως») στον ναό της Θεοτόκου στην περιοχή «Βλαχέρναι» της Κωνσταντινούπολης της «εσθήτος» της Παναγίας. Επίκεντρο του εορτασμού στην περιοχή της Λευκίμμης στην Κέρκυρα, ο ομώνυμος οικογενειακός μας ναός, κτίσμα των αρχών του 18ου αιώνα.
........................................................................................


........................................................................................
Οι προετοιμασίες της γιορτής κρατούν μέρες πριν. Πρέπει όλα να είναι στην εντέλεια. Τα παραδοσιακά επτανησιακά καντήλια να γυαλιστούν, καθώς και όλα τα ιερά σκεύη αρίστης βενετσιάνικης τέχνης. Οι τοίχοι να φρεσκαριστούν από την ώχρα, να πλυθούν οι «μπόλιες» και τα «μπαγκαλέτα», να μαδηθούν φύλλα δάφνης για το δάπεδο και να φτιαχτούν μάτσα και στεφάνια, από δάφνη και μυρτιά, που μοσχοβολούν, θυμίζοντας μας το γνωστό «…μυρτιά μου χρυσοπράσινη της εκκλησιάς στολίδι χωρίς εσέ δε γίνεται κανένα πανηγύρι…».
........................................................................................




........................................................................................
Έτσι, όλος ο ναός έλαμπε κατά την ημέρα της γιορτής που τιμήθηκε δεόντως με πληθώρα ιερέων και ψαλτών, αδόντων όχι «…εν σπαρακτική παραφωνία», όπως είχε γράψει κάποτε ο Παπαδιαμάντης, αλλά «πρίμο – σιγόντο», όπως γνωρίζουμε – και δυστυχώς όχι ακόμη για πολύ – στα Επτάνησα.
........................................................................................
........................................................................................
Ξεχωριστή θέση στο ναό είχε, φυσικά, η εφέστια εικόνα της Βλάχέραινας, η οποία, όπως όλες οι εφέστιες εικόνες στην Κέρκυρα, βρίσκεται στο «ντεπόζιτό» της όπως λέμε εδώ, στο νότιο τοίχο του ναού, αμέσως μετά το εικονοστάσι.
........................................................................................
.........................................................................................
Η κοσμοσυρροή μεγάλη. Καθένας είχε κάτι να ζητήσει από την Κυρία τη Βλαχέραινα με το άναμμα του κεριού του ή με τη «μποτίλια» του λαδιού που προσέφερε.
Στο τέλος της πανηγυρικής λειτουργίας, μαζί με τις ευχές, μοιράστηκαν άρτοι και «σπερνά», που είχαν ετοιμαστεί με περισσή φροντίδα από τους πιστούς «που έκαναν τη γιορτή», δηλαδή από τους «αδελφούς» του ναού.

Γιώργος Γαστεράτος

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Η ΚΑΣΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

......................................................................
Η ΚΑΣΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

«…πήρε ένα πλοίο και κατευθύνθηκε στην Κασσιώπη, όπου τραγούδησε μπροστά στο βωμό του Κασσίου Διός…».
Με αυτά τα λόγια περιγράφει ο ρωμαίος συγγραφέας Σουητώνιος την παρουσία του αυτοκράτορα Νέρωνα στην Κασσιώπη της Κέρκυρας, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του προς την Ολυμπία, προκειμένου να λάβει μέρος στους αγώνες που γίνονταν εκεί. Η ύπαρξη, επομένως, στην πόλη του ιερού του Κασσίου Διός, σε συνδυασμό με την άφιξη εκεί του πολυάριθμου θεατρικού θιάσου του Νέρωνα το 66 μ.Χ. δείχνει και τη σημασία της κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Εκτός, όμως, από το Σουητώνιο πρώτος ο Κικέρωνας αναφέρει την πόλη, όπου αναγκάστηκε, μάλιστα, να παραμείνει επί επτά ημέρες περιμένοντας ούριο άνεμο για τη Ρώμη αφού προηγουμένως είχε επισκεφτεί την πόλη της Κέρκυρας.
Ακολούθως, ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων δίνει το στίγμα της τονίζοντας «… ὅτι ἀπὸ Κασσιόπης λιμένος τῆς ἐν Κερκύρᾳ ἕως Βριντησίου στάδια χίλια ἑπτακόσια…» ενώ ο Πτολεμαίος αναφέρει ότι είναι «…πόλις καὶ ἄκρα…».
Τέλος, σχετικές αναφορές κάνουν ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος και ο Άουλος Γέλλιος ενώ ο βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος γίνεται αρκετά συγκεκριμένος, όταν περιγράφει την καταστροφή της Κέρκυρας από τους Γότθους του Τοτίλα το 550 μ.Χ. περίπου: «Δία γάρ Κάσσιον ἐτίμων ποτὲ οἱ τῇδε ἄνθρωποι, ἐπί καὶ ἡ πόλις (…) ἐς τὸνδε τὸν χρόνον Κασώπη ἐπικαλεῖται».

Λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 604 μ.Χ. από τρεις επιστολές του αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου πάπα Ρώμης πληροφορούμαστε ότι η Κασσιώπη έγινε το επίκεντρο διενέξεων μεταξύ του επισκόπου Κερκύρας Αλκίσωνα και του επισκόπου Ευροίας Ιωάννη:
Πριν το 591 ο επίσκοπος, ο κλήρος και ο λαός της Εύροιας, μιας πόλης κοντά στη σημερινή Παραμυθιά, εγκατέλειψαν την πόλη τους, όταν εμφανίστηκαν βάρβαροι, και βρήκαν καταφύγιο από τον επίσκοπο Κερκύρας Αλκίσωνα, ο οποίος τους φιλοξένησε στο κάστρο της Κασσιώπης. Ο Αλκίσων έτσι ανταποκρίθηκε σε σχετική διαταγή του αυτοκράτορος Μαυρικίου και σε σύσταση του αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου. Η σχετική εγκύκλιος επιστολή του αγίου Γρηγορίου πάπα Ρώμης, που εστάλη προς τους επισκόπους του Ανατολικού Ιλλυρικού το Μάιο του 591, μας πληροφορεί ότι ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος είχε εκδώσει διαταγή προς τον ύπαρχο των πραιτωρίων του Ιλλυρικού Ιοβίνο, με την οποία πρόσταζε τους επιχώριους επισκόπους, που βρίσκονταν ακόμη στις έδρες τους, να φιλοξενήσουν τους συναδέλφους τους που είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις πόλεις τους, όταν ήλθαν οι βάρβαροι.
Όμως ο Ευροίας Ιωάννης προέβη σε ιεροπραξίες τέτοιας κλίμακας ώστε να θέσει υπό αμφισβήτηση της κανονική επισκοπική δικαιοδοσία του Αλκίσωνα στην Κασσιώπη. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι πρόσφυγες είχαν φέρει μαζί τους έναν πολύτιμο θησαυρό, το ιερό λείψανο του αγίου Δονάτου επισκόπου Ευροίας του Θαυματουργού, το οποίο εναπετέθη στο ναό του αγίου Ιωάννη στο κάστρο της Κασσιόπης, γεγονός που ενέτεινε τις υπερβάσεις του Ευροίας Ιωάννη.
Τότε ο Αλκίσων διαμαρτυρήθηκε στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο, ο οποίος ανάθεσε την υπόθεση στον μητροπολίτη Νικοπόλεως Ανδρέα, ως προϊστάμενο της μητροπολιτικής περιφέρειας, στην οποία ανήκε η επισκοπή της Κέρκυρας. Ο Νικοπόλεως Ανδρέας, όπως ήταν φυσικό, δικαίωσε τον Κερκύρας, ενώ δεν είναι σαφές αν ο Ευροίας συμμορφώθηκε. Αργότερα, ο νέος επίσκοπος Ευροίας Ιωάννης, επίσης, αφού εν τω μεταξύ ο παλιός είχε πεθάνει, ανακίνησε το ζήτημα και απέσπασε από το διάδοχο του Μαυρικίου Φωκά διάταγμα που ακύρωνε τη μητροπολιτική απόφαση και αναγνώριζε τη δικαιοδοσία του επί της Κασσιώπης. Ο Αλκίσων, όμως, δεν εγκατέλειψε τον αγώνα του και κατέφυγε στον ανώτατο προϊστάμενό του τον πάπα Ρώμης Γρηγόριο τον Μέγα τον Διάλογο, στου οποίου τη δικαιοδοσία τότε ανήκε, όπως και ολόκληρο το Ανατολικό Ιλλυρικό δηλαδή η σημερινή βαλκανική χερσόνησος πλην της Θράκης. Ο πάπας δεν δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τα δίκαια του Κερκύρας και έγραψε στον αποκρισάριό του στην Κωνσταντινούπολη διάκονο Βονιφάτιο να προσπαθήσει να πείσει τον αυτοκράτορα να ανακαλέσει το διάταγμα και να αναθέσει την υπόθεση στον ίδιο. Φαίνεται, δε, ότι ο Βονιφάτιος πέτυχε στην αποστολή του γιατί από την τρίτη επιστολή του πάπα μαθαίνουμε ότι πήγαν στην Ρώμη εκπρόσωποι τόσο του Κερκύρας όσο και του Ευροίας. Εκεί συμφωνήθηκε ότι ο Ευροίας θα παρέμενε φιλοξενούμενος στην Κασσιώπη χωρίς, όμως, να προβαίνει σε ενέργειες που θα έθιγαν την κανονική δικαιοδοσία του Κερκύρας και έτσι έληξε το ζήτημα.

Κατά τους επόμενους αιώνες η Κασσιώπη συνεχίζει να είναι μία αξιόλογη πόλη, γεγονός που σχετίζεται με τη στρατηγική της θέση, όπως και ολόκληρη η Κέρκυρα, που καλείται να παίξει έναν αναβαθμισμένο ρόλο, όντας ενδιάμεσος σταθμός και ασφαλές λιμάνι κατά την αποστολή βυζαντινών στρατευμάτων στην Κάτω Ιταλία, ειδικά ύστερα από την πτώση της Σικελίας στους Άραβες. Άλλωστε, την ακμή της πόλης μαρτυρεί και το αρχαιότατο κάστρο της, το οποίο ύστερα από φονικότατες μάχες παραδίδεται στους Βενετούς το 1386 ύστερα από έναν αιώνα περίπου ανδηγαυική κατοχή. Τότε, οι βενετοί για να μην χρησιμοποιηθεί ποτέ ξανά εναντίον τους το κατέστρεψαν εκ βάθρων αφήνοντας την πόλη ανοχύρωτη. Από τότε αρχίζει η παρακμή της.

Η φήμη, όμως, της πόλης ουδέποτε έπαψε να υπάρχει χάρις στον ονομαστό ναό της Παναγίας που υπήρχε και υπάρχει εκεί. Η παράδοση αναφέρει ότι έχει ανεγερθεί πάνω στα ερείπια του ναού του Κασσίου Διός και ότι είχε αφιερωθεί στη Ζωοδόχο Πηγή. Μάλιστα, όπως μας πληροφορεί ο δημοσιογράφος Μιχαήλ Λάνδος σε σχετική μελέτη του που είδε το φως της δημοσιότητας το 1896 στην Κέρκυρα, στο ναό υπήρχε μία θαυματουργική κανδήλα και, πριν από την κεντρική είσοδο, μία τεράστια συκιά που θεράπευε τους πυρετούς. Όμως, εκείνο για το οποίο ο ναός σεμνύνονταν ήταν η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας την οποία, εκτός από τους ντόπιους, ευλαβούνταν ιδιαίτερα οι παραπλέοντες ναυτικοί και την επικαλούνταν κάθε φορά προκειμένου να γλιτώσουν από τις φοβερές καταιγίδες των παρακειμένων Ακροκεραυνίων ακτών. Για το γεγονός αυτό τα αφιερώματά τους ήταν υπεράριθμα.


......................................................................
Το 1530 στον ίδιο χώρο συνέβη το γνωστό υπερφυές θαύμα της Παναγίας, που έδωσε το φως του στον νεαρό Στέφανο, ο οποίος είχε καταδικαστεί άδικα για ληστεία και είχε τυφλωθεί. Το περιστατικό σκιαγραφείται γλαφυρά από των σύγχρονο των γεγονότων κερκυραίο Νίκανδρο Νούκιο καθώς και από τον Παχώμιο Ρουσάνο, ο οποίος εξιστορεί το θαύμα σε ιαμβικούς στίχους.
Το γεγονός αυτό γρήγορα έγινε γνωστό σε όλο το νησί με αποτέλεσμα να διαδοθεί παντού η ευλάβεια προς την Παναγία την Κασσωπίτρα ή, επί το λογιώτερον, την Κασσωπία. Έτσι, σε αρκετά χωριά ανεγέρθηκαν ναοί ή ιδρύθηκαν προσκυνητάρια («ντεπόζιτα») σε ήδη υπάρχοντες, όπως σε Σιναράδες, Αναπλάδες, Κάτω Κορακιάνα, Χλωμοτιανά, Πέλεκας κλπ. Μάλιστα, στην περιοχή Φιγαρέτο στο Κανόνι κτίστηκε και περικαλής μονή. Τόσο πολύ εξαπλώθηκε η σχετική ευλάβεια ώστε να ξεπεράσει τα όρια της Κέρκυρας, με αποτέλεσμα να συναντά κανείς εκκλησία της Κασσωπίτρας στη γειτονική Άρτα της Ηπείρου!

Επτά χρόνια μετά το θαύμα, το 1537, η εκκλησία καταστρέφεται από τους τούρκους ενώ το 1590 οι βενετοί την ανοικοδομούν, όπως αναφέρει σχετική επιγραφή που βρίσκεται στην είσοδο του ναού: HOC TEMPLVM DIVAE GLORIOSEQVE/ SEMP(ER) VIRGINIS MARIAE DICATVM A TVRCIS SEVISSIMIS PIRATTIS/ DEVASTATVM FVIT INDE CV. A/ PETRO FRANC. MALIPETRO TRI/REMIVM GVBERNATORI RESARC/ITVM ESSET NEC NO POSTEA A/ PHILIPPO PASCALICO SINI ADRIA/TICI PREFECTO AMPLIATVM TAND/EM A NICOLAO SVRIANO CL/ASSIS VENETAE PROVISORE MA/XIMA CAPITATE DVCTO MAGIS/ AVCTVM AC ILLVSTRVM FVIT/ ANNO MDLXXXX. Επιπλέον, ο περιηγητής Ιωσήφ Παρτς διασώζει και δεύτερη επιγραφή σε παρακείμενο πηγάδι [ANTONI]O MARINO PRIOLO 2do/ [PR]OCONSVLE REPARATVM/ PETRO BALBI PROVISORE ET/ PREFECTO CORCVRE που αναφέρεται στους κατασκευαστές του.

Κατά τον 19ο αιώνα, από τον ανωτέρω μνημονευθέντα Λάνδο πληροφορούμαστε ότι το 1842 στον ναό της Κασσιώπης έλαβε χώρα μία τεράστιας κλίμακας ιεροσυλία, όπου εκλάπη καθετί πολύτιμο. Μάλιστα, οι ιερόσυλοι δεν δίστασαν να κλέψουν ακόμη και το ασημένιο «πουκάμισο» της εφέστιας εικόνας. Το γεγονός αυτό οδήγησε στην εγκατάλειψη του ναού. Ευτυχώς που δύο χρόνια αργότερα διορίστηκε εφημέριος ο π. Κωνσταντίνος Παπαδάτος, ο οποίος με τις άοκνες προσπάθειές του ευπρέπισε το ναό και ευτύχησε να δει το γιο του Αριστοτέλη διάδοχό του στην εφημερία της εκκλησίας.
Η Παναγία η Κασσωπία, επομένως, είναι η ζώσα ιστορία και, παράλληλα, ένα από τα σεπτά σεβάσματα αυτού του τόπου, όπου οι αιώνες υποκλίθηκαν, οι ισχυροί γονάτισαν και οι κερκυραίοι κατέθεσαν ευλαβικά το απόθεμα της ίδιας της ψυχής τους.

Γιώργος Γαστεράτος
......................................................................
FOTO από http://kassopitra.blogspot.com/ 
καί από http://corfiatikoanagnosma.blogspot.com/2010/10/blog-post_3771.html 
Eπισκεφτείτε τις ηλεκτρονικές σελίδες.
Eυχαριστίες (έστω εκ των υστέρων) για τη χρησιμοποίηση των φωτογραφίών.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΔΗΜΟΣΙΑΝΑ

Το «Ιερό Παλλάδιο» της μεσαιωνικής Κέρκυρας

Από την αρχαιότητα οι άνθρωποι περιέβαλλαν με σεβασμό τα «παλλάδια» της θρησκείας τους, τα ιερά εκείνα κειμήλια και αντικείμενα, τα οποία προήγαγαν και ενδυνάμωναν την πίστη τους. Μάλιστα, από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους περιβάλλονταν με ιδιαίτερο σεβασμό ιερά αντικείμενα που είχαν άμεση σχέση με τον Κύριο, την Θεοτόκο και τους αγίους. Έτσι, πολύτιμο θεωρήθηκε ό,τι είχε σχέση...
α) με την επίγεια ζωή του Χριστού (σταυρός, καρφιά μαρτυρίου, ακάνθινο στεφάνι, ιερά σινδόνη κλπ),
β) με την επίγεια ζωή της Παναγίας (εσθής, ζώνη κλπ) και γ) με τους αγίους (σώματα, οστά, ρούχα κλπ).

Στα ιερά κειμήλια ανήκουν και οι εικόνες. Από αυτές εκείνη που λατρεύτηκε περισσότερο ήταν η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας. Θεωρούνταν, μαζί με τα ρούχα της Θεοτόκου (εσθής, ζώνη), το ιερότερο κειμήλιο της Βασιλεύουσας. Πίστευαν, μάλιστα, ότι είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.
Ενδεικτική για την εικόνα είναι μία πολύ παλιά μαρτυρία που ανάγεται στον 12ο αιώνα και συγκεκριμένα στο έτος 1191. Σε ένα σκανδιναβικό χρονικό, που ονομάζεται «Σάγκα των Ορκάδων», ένας ανώνυμος, καθώς εξιστορεί την παραμονή σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη, μιλάει με σεβασμό για τα «άπειρα άγια λείψανα» της Πόλης και κυρίως για μία εικόνα που οι χριστιανοί αποκαλούν «Ειδητέρα» (Οδηγήτρια):
«…Κάθε μέρα γίνεται λιτάνευση της εικόνας από τη μία συνοικία στην άλλη. Τα πλήθη την ακολουθούν και την περιβάλλουν με σύννεφα από θυμιάματα. Κάθε Τρίτη, μία αθέατη δύναμη κάνει την εικόνα να κινείται με καταπληκτική ταχύτητα. Παρασύρει τον ιερέα που την κρατεί και διασχίζει το σαστισμένο πλήθος. Όλοι σταυροκοπιούνται και ψέλνουν το Κύριε ελέησον…»

Φυσικό είναι η λατρεία της εικόνας αυτής να εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλο το χριστιανικό κόσμο. Έτσι ανά τους αιώνες εκατοντάδες αντίγραφα φτιάχτηκαν, και αυτά, με τη σειρά τους, περίφημα και πολύτιμα.
Στην Κρήτη την συναντάμε ως «Μεσοπαντίτισσα», ίσως επειδή βρισκόταν στις «μέσα πάντες» του Κάστρου του Χάνδακα. Η εικόνα αυτή θεωρούνταν το παλλάδιο της χριστιανικής Κρήτης και μαζί με την κάρα του Αγίου Τίτου, προστάτη και πολιούχου του νησιού, απολάμβανε ιδιαίτερης τιμής. Και αυτή λιτανευόταν κάθε Τρίτη!
Κατά την παράδοση της Κρήτης στους Τούρκους (1669) η εικόνα μεταφέρθηκε στη Βενετία από τον Φραγκίσκο Μοροζίνη και εναπετέθη στο ναό του Αγίου Μάρκου. Από εκεί μεταφέρθηκε με κάθε επισημότητα στο ναό της Santa Μaria della Salute (της υγείας), όπου τοποθετήθηκε στο κεντρικό αλτάριο του ναού την ημέρα των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου 1670. Έκτοτε, κάθε χρόνο, στις 21 Νοεμβρίου, τιμάται με ξεχωριστή λαμπρότητα.

Άλλο, πάλι, αντίγραφο της Παναγίας της Οδηγήτριας λατρεύεται στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς ως Παναγία η «Πρεβεζάνα» ενώ στη Ζάκυνθο ως «Σκοπιώτισσα», «Αναφωνήτρα», «Λαουρένταινα», «Ψαριώτισσα», «Κεριώτισσα», κλπ.

Στην Κέρκυρα ξεχωριστή θέση είχε η Παναγία η «Δημοσιάνα».
Η εικόνα αυτή χρονολογείται στο 2ο μισό του 14ου αιώνα. Ονομάζεται «Δημοσιάνα» γιατί είχε την πρώτη θέση στις δημόσιες τελετές στις οποίες συμμετείχε ο Μέγας Πρωτοπαπάς και το Ιερό Τάγμα, όντας η προστάτις των Κορυφών.

Η παλαιότερη αναφορά που έχουμε για την εικόνα βρίσκεται σε ένα οδοιπορικό του 1470.
Κάποιος Friedrich Steigerwalder, ακόλουθος του κόμητος από το Tιρόλο Gaudenz Von Kirchberg, άφησε ένα οδοιπορικό σχετικό με το ταξίδι τους στους Αγίους Τόπους. Το πλοίο τους ξεκινώντας από τη Βενετία, αφού στάθμευσε στη Ραγούζα (σημ. Ντουμπρόβνικ της Δαλματίας) και στην Κασσιώπη της Κέρκυρας, στις 20 Ιουνίου 1470 φτάνει στη μικρή πολιτεία των Κορυφών:
«…Την Τετάρτη πριν του Αγίου Ιωάννου φθάσαμε νωρίς, όταν έβγαινε ο ήλιος, στις πύλες των Κορφών. Απέχουν 800 μίλια από τη Βενετία και 300 από τη Ραγούζα και ανήκουν στους Βενετούς. Και υπάρχουν εκεί δύο φρούρια (…) και απέχουν το ένα από το άλλο όσο μία βολή με βαλλιστρίδα. Και η πολιτεία είναι χτισμένη στη ράχη ανάμεσα στα δύο αυτά φρούρια (…) Και μέσα στην πολιτεία υπάρχουν πολύ στενοί δρόμοι (…) Υπάρχει επίσης στους Κορφούς μία επισκοπή, αλλά ο επίσκοπος μένει στη Βενετία και έχει στους Κορφούς τον τοποτηρητή του (…) και στην εορτή της Αγίας Δωρεάς (21 Ιουνίου) πήγαιναν στη λιτανεία πρώτα οι Έλληνες ιερείς με τους Έλληνες και ένας από αυτούς κρατούσε μίαν εικόνα, στη μία πλευρά της οποία ήταν ζωγραφισμένη η Παναγία, με το Κύριο στο στήθος, ενώ στην άλλη ήταν ζωγραφισμένος ο Άγιος Παύλος. Τον ακολουθούσαν οι Έλληνες και όλοι τους δεν έψελναν τίποτε άλλο από Κύριε ελέησον. Και λένε ότι η απεικόνιση της Παναγίας στην εικόνα κάνει θαύματα. Κατόπιν ακολουθούσε στη λιτανεία ένα πλήθος από δοκίμους και ο τοποτηρητής του επισκόπου κρατούσε την Αγία Μετάληψη και οι Έλληνες δεν γιόρταζαν την ημέρα αυτή αλλά δούλευαν, όπως τις εργάσιμες. Και οι Κορφοί είναι πολύ ωραίο και καλό νησί, μήκους και πλάτους γύρω στα 100 μίλια…».

Από το γεγονός ότι μας έχει σωθεί μία εικόνα αμφιπρόσωπη, η Παναγία η Δημοσιάνα, η οποία ανάγεται στον 14ο αιώνα, και από το γεγονός ότι η εικόνα αυτή απολάμβανε ξεχωριστής τιμής και συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις λιτανείες, μεταξύ των οποίων και σε αυτήν της Αγίας Δωρεάς των καθολικών, αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι την ίδια εικόνα είδαν οι Γερμανοί προσκυνητές.

Η εικόνα, όπως διατηρείται σήμερα, έχει κοπεί και από τις τέσσερις πλευρές ενώ φέρει σημαντικές φθορές. Πριν από τη συντήρησή της, το 1970, ήταν καλυμμένη με αργυρή επένδυση με χαραγμένη την ονομασία «Δημοσιάνα». Η Θεοτόκος εικονίζεται σε προτομή, ελαφρά γυρισμένη προς τα αριστερά της, με το κεφάλι της ελαφρά γυρτό. Κρατά με το αριστερό χέρι το Χριστό και υψώνει το δεξί μπροστά στο στήθος. Ο Χριστός ατενίζει το θεατή. Κρατά κλειστό ειλητάριο και απλώνει το δεξί χέρι σε σχήμα ομιλίας. Πάνω στο βαθυγάλαζο χιτώνα της Θεοτόκου, πάνω από το δεξί μανίκι η παρυφή του καστανού μαφορίου είναι στολισμένη με χρυσοκέντητη επιγραφή και κρόσσια.
Η επιγραφή «εν κροσώ» προέρχεται από τον 44ο ψαλμό «…εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη πεποικιλμένη…» Από τα ρούχα δε του Χριστού ο χιτώνας είναι βαθυγάλαζος ενώ το ιμάτιο είναι κόκκινο με έντονες χρυσές ανταύγες. Οι φωτοστέφανοι είναι ανάγλυφοι. Η εικόνα αποδίδεται σε εργαστήριο των Ιωαννίνων στα τέλη του 14ου αιώνα.

Στην πίσω πλευρά της εικόνας εικονίζεται η μορφή ενός αγίου. Σύμφωνα δε με το οδοιπορικό, αυτός είναι ο Άγιος Παύλος. Προφανώς όμως εδώ πρόκειται για λάθος του Steigerwalder, γιατί ο άγιος αυτός φορεί επισκοπικά άμφια. Ας σημειωθεί ότι δε υπάρχει κάποια επιγραφή που να δηλώνει για ποιον άγιο πρόκειται. Μεταγενέστερες, όμως, πηγές, από την εποχή της ενετοκρατίας, τον ταυτίζουν με τον Άγιο Αρσένιο, Μητροπολίτη Κερκύρας.

Συγκεκριμένα, στις 22 Οκτωβρίου 1712 οι επίτροποι του ναού του Ταξιάρχη Μιχαήλ στο Καμπιέλο ή «Οβριοβούνι» παραχώρησαν την εκκλησία τους στους συνδίκους της πόλεως για να γίνει οριστικά ο πρωτοπαπαδικός ναός της Κέρκυρας. Έτσι στις 24 Οκτωβρίου 1712 ο Μέγας Πρωτοπαπάς Αναστάσιος Αυλωνίτης διατάζει τη μεταφορά της εικόνας με λιτανεία από το ναό του Αγίου Ιωάννη στις Στέρνες στο ναό του Ταξιάρχη Μιχαήλ:
«… Ημείς Αναστάσιος Αυλωνίτης ελέω Θεού μέγας Πρωτοπαπάς πόλεως και νήσου Κερκύρας. Μέλοντας να πάρομεν την εικόνα της Θεομήτορος και Αγίου Αρσενίου την Δημοσιάναν εις την μονήν του Ταξιάρχου Μιχαήλ της Κοινότητος ως πρωτοπαπαδικήν εκκλησίαν…».
Τη μεταφορά αυτή καθώς και την απόδοση του εικονιζόμενου ιεράρχη στον Άγιο Αρσένιο επιβεβαιώνει και η ακόλουθη πληροφορία που βρίσκεται σε φάκελο που περιέχει διαθήκες σχετικές με το ναό του Ταξιάρχη Μιχαήλ:
«…Ανεκομίσθη (…) η σεβασμία εικόνα της υπεραγίας θεοτόκου, ιστορημένη από μίαν μεριάν η αυτή Θ(εοτό)κος, και από την άλλην ο Άγιος Αρσένιος μητροπολίτης Κερκύρας, οι οποίες ιστόρισες έχουν από έξω λάμαις ασημένιαις…».

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι είναι απολύτως φυσικό και αναμενόμενο στην πίσω πλευρά της πολύτιμης αυτής εικόνας να απεικονίζεται ο Άγιος Αρσένιος, και όχι οποιοσδήποτε άλλος, αφού ο άγιος αυτός είναι καθ’ όλη την διάρκεια του μεσαίωνα ο προστάτης και πολιούχος της Κέρκυρας.
Η Δημοσιάνα ανήκε στο Ιερό Τάγμα και φυλασσόταν στην εκάστοτε πρωτοπαπαδική εκκλησία. Παρέμεινε δε στο ναό του Ταξιάρχη Μιχαήλ στο Καμπιέλο ως το 1841. Τότε, επί αρχιερατείας Χρυσάνθου Μασσέλου, ορίστηκε ως καθεδρικός ναός αυτός της Υ.Θ. Σπηλαιωτίσσης και των Αγίων Βλασίου και Θεοδώρας και εκεί μεταφέρθηκε, όπου παραμένει μέχρι και σήμερα.

Η Δημοσίανα λιτανευόταν, όπως τονίσαμε, σε όλες σχεδόν τις δημόσιες τελετές που γινόταν στη μικρή πολιτεία των Κορυφών. Συγκεκριμένα, από την εκάστοτε πρωτοπαπαδική εκκλησία, που ξεκινούσε η πομπή του Ιερού Τάγματος, την εκκίνηση έδινε ένας αξιωματούχος, ο «Αρχιμανδρίτης», ή, ελλείψει αυτού, το αμέσως επόμενο οφίκιο, ο «Ιερομνήμονας».
Την πομπή άνοιγαν τα αγιόγραφα ή «σκόλες» των αδελφοτήτων και των συντεχνιών. Ακολουθούσε ο Σταυρός του Ιερού Τάγματος ανάμεσα σε δύο «τόρτσες».
Στη συνέχεια έρχονταν οι μοναχοί, οι απλοί ιερείς και μετά το Ιερό Τάγμα.
Οι μοναχοί φορούσαν το σχήμα τους, οι απλοί ιερείς πετραχήλι και φαιλόνιο και οι ιερείς του Ιερού Τάγματος, εκτός από πετραχήλι και φαιλόνιο, από κάτω, έφεραν ένα ιδιαίτερο ένδυμα, τη «βέστα». Ένας ιερέας του τάγματος έφερε ασκεπής το ευαγγέλιο ενώ δίπλα του ένας διάκονος του κρατούσε το κάλυμμα της κεφαλής, το «σκιάδιο».
Ακολουθούσε η εικόνα της Δημοσιάνας. Στα δεξιά της εικόνας στεκόταν ο «Αρχιμανδρίτης» ή, ελλείψει αυτού, το αμέσως επόμενο οφίκιο, ο οποίος, μόλις η εικόνα έβγαινε από την εκκλησία έψαλε το «Ευλογητός ο Θεός ημών…» και το «Benedicta Santa Gloria, quae egreditur ex hoc Sancto Domo…» (= Ευλογημένη η Αγία Δόξα, η οποία εξέρχεται εκ του αγίου οίκου τούτου…). Στη συνέχεια οι ιερείς έψαλλαν τον «Κανόνα» της Θεοτόκου και κρατούσαν εναλλάξ την εικόνα. Όμως, λόγω του βάρους του θρόνου της και της μεγάλης απόστασης αρκετών λιτανειών (πχ η λιτανεία της Αγίας Ιουστίνης έφτανε μέχρι τον ομώνυμο ναό της «Τριμάρτυρος» στη Γαρίτσα) μερικοί κληρικοί δεν έδειχναν ιδιαίτερη προθυμία να σηκώνουν την εικόνα.
Σχετικό και ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας είναι ένα πρόσταγμα του M. Πρωτοπαππά Χριστόδουλου Βούλγαρη στα 1675:
«…όλοι οι ιερείς και ιερομόναχοι να ασικώνουν εις τας διατεταγμένας λιτάς την εικόνα της Θεομήτορος δια να έχομεν την αγίαν της ευχήν και ευλογίαν καθώς γίνεται και με το άγιον λείψανον του θαυματουργού Σπυρίδωνος. Δια την πρέπουσαν ευλάβειαν οπού είμαστε χρεώσται να προσφέρωμεν υπερδουλικώς όλοι προς την άχραντον του Θεού μητέρα τόσον περισσότερον, οπού οι ιερείς της σκιάς (= της σκηνής του μαρτυρίου) και του ιουδαϊσμού εσύντρεχον όλοι προς το να βαστάζουν την κιβωτόν της διαθήκης, πόσω μάλλον ημείς οπού είμαστε υιοί της χάριτος και υπηρέται των μυστηρίων του Χριστού (…) Εις δε την βασιλίδα των πόλεων όχι μόνον οι ιερείς αμί και αυτοί οι Πατριάρχαι εβάσταζαν εις ταις λιταίς την προσκυνητήν εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου (= της Οδηγήτριας) και οι αδελφοί αυτού του βασιλέως τα άγια σπάργανα μετά του αγίου μανδηλίου και της προς Αύγαρον επιστολής του Χριστού…».

Επιπλέον, και ο Μέγας Πρωτοπαπάς Ιωάννης Βούλγαρης (1738 – 1749) εξέδωσε σχετικό διάταγμα. Μάλιστα, τον Ιούνιο του 1728, στην εορτή της Αγίας Δωρεάς, η απροθυμία αυτή εξελίχθηκε σε φιλονικία ανάμεσα στους ιερείς των επαρχιών του νησιού, καθώς στη λιτανεία αυτή όλοι οι ιερείς του νησιού ήταν υποχρεωμένοι να συμμετέχουν. Ίσως πίσω από τη φιλονικία να κρύβεται η δικαιολογημένη δυσαρέσκειά τους να συμμετέχουν στην εν λόγω καθολική εορτή. Έτσι ο Μέγας Πρωτοπαπάς Σπυρίδων Α΄ Βούλγαρις εκδίδει σχετικό διάταγμα...
«…δια να λείψει κάθε φιλονικία μεταξύ των υφ’ ημάς εννέα επαρχιών εις την λιτήν της Αγίας Δωρεάς, και να ασυκώνεται η Αγία της Υπεραγίας Θεοτόκου εικών από τους ιερείς κάθε επαρχίας εις όλην την λιτήν…».

Τόσης τιμής απολάμβανε η Δημοσιάνα που ο απλός λαός κάνει διάφορες προσφορές στη Χάρη της. Έτσι κάποιος Δημήτρης Χαλικιόπουλος στη διαθήκη του που συντάχθηκε στις 24 Ιουλίου 1663 επιθυμεί...
«…να ήθελαν κάμει τέσσερα μανάλια ασιμένια από εκατό ρεάλια το ένα ήγουν τα δύο όταν εβγάζουν λιτήν ήγουν την Παναγία να βάνουν δύο στον Σταυρωμένον και δύο στην Παναγία…».

Τέλος, γνωρίζουμε ότι μπροστά στην εικόνα είχαν πάντοτε αναμμένα κεριά. Γι’ αυτό και ο ανωτέρω Μ. Πρωτοπαπάς Σπυρίδων Βούλγαρις σε πρόσταγμά του σχετικό με το Ιερό Τάγμα στις 5 Οκτωβρίου 1720 όριζε...
«…εις ποινήν των παρηκόων ιερέων του θείου Τάγματος λίτρες διακόσιες εις κερί δια την Παναγίαν την Δημοσίαν…».

Είναι φανερό ότι η εικόνα της Παναγίας της Δημοσιάνας είναι ένα από τα παλαιότερα και ιερότερα κειμήλια της νήσου μας. Είναι η απτή απόδειξη της λατρείας της εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας, η οποία ήδη από την εποχή του Αγίου Ευαγγελιστή Λουκά έφερνε κάθε πιστό σε επαφή με το ιερό πρόσωπο της Μητέρας του Κυρίου.

Γιώργος Γαστεράτος
Φιλόλογος - Ιστορικός, υπ. δρ. Ιστορίας Iόνιου Πανεπιστημίου


Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Αν εξαιρέσει κανείς την εικόνα της Παναγίας που βρισκόταν στις Βλαχέρνες της Κωνσταντινούπολης καμία άλλη εικόνα της Θεοτόκου δεν λατρεύτηκε τόσο όσο αυτή της μονής των «Οδηγών» στην ίδια πόλη.

Το μοναστήρι αυτό, που βρισκόταν κοντά στο Ιερό Παλάτιο προς το μέρος της θάλασσας και της Αγίας Σοφίας, περιελάμβανε ένα ολόκληρο συγκρότημα με ναό, παρεκκλήσια, αγίασμα, λουτρά και οικήματα. Ειδικότερα, τα λουτρά και το αγίασμα είχαν θεραπευτικές ιδιότητες καθώς στην περιοχή παλαιότερα λειτουργούσαν οι λεγόμενες «Αρκαδιανές θέρμες».

Κτίτωρ της μονής φέρεται η αυτοκράτειρα Πουλχερία ενώ η επωνυμία της οφείλεται στο ειδικό λειτούργημα των «Οδηγών», εκείνων, δηλαδή, που κατηύθυναν τους τυφλούς προς το αγίασμα προκειμένου να λουστούν και να θεραπευθούν.

Πρώτη αναφορά για τη μονή των Οδηγών βρίσκουμε στον ιστορικό Θεοφάνη, ο οποίος αναφέρει ότι το έτος 866 ο καίσαρ Βάρδας προσεύχεται εκεί πριν την αναχώρηση του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ εναντίον των Αράβων. Μάλιστα, σύμφωνα με τα «Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως» ο Μιχαήλ Γ΄ φέρεται ως κτίτωρ της μονής.

Λόγω των ιάσεων που επιτελούνταν εκεί θαυματουργική θεωρήθηκε και η εφέστιος εικόνα της Θεοτόκου, η οποία ονομάστηκε «Οδηγήτρια».
Η εικόνα αυτή θεωρήθηκε έργο του Αγίου Ευαγγελιστή Λουκά, μία παράδοση, ωστόσο, που εμφανίζεται από τον 11ο αι. και μετά όταν η μονή απετέλεσε μετόχιο του Πατριαρχείου Αντιοχείας, πατρίδας του ευαγγελιστή Λουκά.

Η εικόνα αυτή, λοιπόν, απέκτησε μεγάλες τιμές και θεωρήθηκε ακοίμητος φρουρός και όπλο απροσμάχητο για την Πόλη. Έτσι, όταν εισέρχεται θριαμβευτής σ’ αυτήν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος το 1261, τερματίζοντας τη λατινική της κατοχή, προπορεύεται η Οδηγήτρια.

Επιπλέον, λιτανευόταν κάθε Τρίτη. Κατά τη διάρκεια της λιτανείας γινόταν το λεγόμενο «Θαύμα της Τρίτης». Η εικόνα, δηλαδή, σηκωνόταν ψηλά από μόνη της, κινούνταν με καταπληκτική ταχύτητα και παρέσυρε αυτόν που την κρατούσε.

Αλλά ας δούμε τι γράφει σχετικά ένα Σκανδιναυϊκό χρονικό του 12ου αι., η λεγόμενη «Σάγκα των Ορκάδων»:
«Κάθε μέρα (sic) γίνεται λιτάνευση της εικόνας από τη μία συνοικία στην άλλη. Τα πλήθη την ακολουθούν και την περιβάλλουν με σύννεφα από θυμιάματα. Κάθε Τρίτη, μία αθέατη δύναμη κάνει την εικόνα να κινείται με καταπληκτική ταχύτητα. Παρασύρει τον ιερέα (sic) που την κρατεί και διασχίζει το σαστισμένο πλήθος. Όλοι σταυροκοπιούνται και ψέλνουν το Κύριε ελέησον»!

Για την εικόνα αυτή ο ιστορικός Δούκας μας αναφέρει ότι την αποφράδα ημέρα της αλώσεως, ενώ αυτή βρισκόταν στη λεγόμενη «Μονή της Χώρας», γενίτσαροι την κατέστρεψαν με τσεκούρια. Πρόλαβε, όμως, και έγινε με τη σειρά της πρότυπο για να φιλοτεχνηθούν δεκάδες άλλα αντίγραφα και έτσι να διασωθεί ο συγκεκριμένος εικονογραφικός τύπος, ο οποίος παρουσιάζει κι αυτός αρκετή ποικιλία.

Έτσι, τον τύπο αυτό, εκτός από το όνομα Οδηγήτρια, με ελαφρές παρεκκλίσεις τον συναντάμε ως «Πορταΐτισσα» στο Άγιον Όρος, «Προυσιώτισσα» στα Άγραφα, «Μεσοπαντίτισσα» στην Κρήτη, «Πρεβεζάνα» στην Κεφαλονιά, «Δημοσιάνα» στην Κέρκυρα κλπ. με πλήθος ναούς ανεγερμένους στη χάρη της.

Γιώργος Γαστεράτος
Φιλόλογος - Ιστορικός, υπ. δρ. Ιστορίας Iόνιου Πανεπιστημίου

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

H λατρεία της Παναγία Βλαχέραινας

Η ύπαρξη, πληθώρας ναών στην Κέρκυρα αφιερωμένων στην Παναγία τη Βλαχέραινα σημασιοδοτεί μία παλαιότατη παράδοση για το νησί μας που ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους!

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΙΣ ΒΛΑΧΕΡΝΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

• Γιώργος Γαστεράτος
Φιλόλογος - Ιστορικός, υπ. δρ. Ιστορίας Iόνιου Πανεπιστημίου

Δικαιολογημένα η Κωνσταντινούπολη κατά τους βυζαντινούς χρόνους εντυπωσίασε τους επισκέπτες καθώς είχε να επιδείξει, μεταξύ των άλλων, πληθώρα λαμπρών κτισμάτων και ναών. Ανάμεσα σ’ αυτούς περίοπτη θέση κατείχε ο ναός της Θεοτόκου, που είχε κτιστεί στη θέση «Βλαχέρναι». Η περιοχή αυτή ονομάστηκε έτσι, κατά μίαν εκδοχή, από το όνομα ενός σκύθη αρχηγού που είχε βρεθεί εκεί νεκρός. Αρχικά βρισκόταν εκτός των Θεοδοσιανών τειχών και αργότερα, επί Ηρακλείου, περιεβλήθη με το λεγόμενο «Έβδομον» τείχος.

Εκεί, λοιπόν, σε θεμέλια ειδωλολατρικού ναού η αυτοκράτειρα Πουλχερία το 435 έκτισε ναό επ’ ονόματι της Θεοτόκου. Αργότερα, ο αυτοκράτορας Ιουστίνος επέκτεινε το κτίσμα ενώ επί Ρωμανού Δ΄ του Διογένη πυρπολήθηκε, όπως και το 1434, δεκαεννέα έτη προ της Αλώσεως, «υπό τινών αρχοντοπούλων θελόντων πιάσαι τινάς νεοττούς περιστερών», όπως αναφέρει ο ιστορικός Γεώργιος Φραντζής. Ο ναός το 1204 μετετράπη από τους σταυροφόρους σε λατινικό. Σώζονται, μάλιστα, πολλές επιστολές του πάπα Ιννοκεντίου προς «τον αρχιερέα των Βλαχερνών».

Το συγκρότημα περιελάμβανε το ναό της Θεοτόκου, το παρεκκλήσιο της «Αγίας Σορού» και το αγίασμα ή «ιερόν Λού(σ)μα». Εντός του ναού ήταν αποθησαυρισμένη η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της Βλαχέραινας ενώ στο παρεκκλήσιο της Αγίας Σορού βρισκόταν το ιερότερο κειμήλιο της χριστιανοσύνης, η «εσθής», ο χιτώνας δηλαδή της Θεοτόκου, ο ονομαζόμενος και «μαφόριον» (ίσως εκ του λατινικού «manophorium» = χιτώνας με μανίκια ή εκ του εβραϊκού «μαφορά» = χιτώνας.

Πώς, όμως, βρέθηκε η εσθής στο ναό των Βλαχερνών; Σύμφωνα με το Θεόδωρο το Σύγγελο (7ος αι.) στη «Narratio in depositionem praetiosae Vestis Sanctae Mariae» και τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης στο «Εγκώμιον εις την Κατάθεσιν της Τιμίας Εσθήτος…», δύο κωνσταντινοπολίτες πατρίκιοι, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος έκλεψαν το κειμήλιο αυτό από μία εβραία χήρα. Το γεγονός αυτό λέγεται ότι συνέβη επί αυτοκράτορος Λέοντος Α΄ και της συζύγου του Βερίνας.

Όμως, η λεγόμενη «Ευθυμιακή Ιστορία» ανωνύμου και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στη δεύτερη ομιλία του για την κοίμηση της Θεοτόκου αναφέρουν ότι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιουβενάλις, ανταποκρινόμενος σε αίτημα της αυτοκράτειρας Πουλχερίας, της έστειλε ένα σφραγισμένο κιβώτιο που περιείχε δύο ιμάτια και δύο σάβανα της Παναγίας , τα οποία η Πουλχερία «κατέθεσε» στο ναό των Βλαχερνών.

Τέλος, μία άλλη πηγή, το «Μηνολόγιο» του Βασιλείου Β΄(10ος αι.), αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Αρκάδιος (395 – 424) απέκτησε τη ζώνη της Θεοτόκου, την οποία και έστειλε στις Βλαχέρνες.
Όπως, όμως, και να έχει το πράγμα, το ρούχο αυτό πίστευαν ότι έχει θαυματουργικές ιδιότητες. Ότι είναι όπλο ακαταμάχητο και πηγή ιαμάτων για όποιον το έφερε. Έτσι, ο αυτοκράτορας Ρωμανός ο Λεκαπηνός την περιέβαλε ως θώρακα και επιτέθηκε κατά των πολιορκούντων την Πόλη Βουλγάρων του τσάρου Συμεών, ενώ προηγουμένως, το έτος 906, μεταφέρθηκε το κειμήλιο με επισημότητα στο Ιερόν Παλάτιον προκειμένου να απαλλάξει από τα δαιμόνια την αυτοκράτειρα Ζωή, σύζυγο του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού.

Αναλογικά, και η εικόνα θεωρήθηκε θαυματουργική. Μάλιστα, κατά την πολιορκία των Αβάρων το 626 λιτανεύτηκε στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και ενώπιόν της ακούστηκε για πρώτη φορά ο υπέροχος «ακάθιστος ύμνος», καθώς αποδόθηκαν σ’ αυτήν τα «νικητήρια» του χριστιανικού στρατού και η σωτηρία της Πόλης. Από τότε, αν παρίστατο ανάγκη, σαν στρατιώτης, ή καλύτερα σαν στρατηγός, εκστράτευε μαζί με τον αυτοκράτορα, όπως μας επιβεβαιώνει ο Μιχαήλ Ατταλειάτης «…ειώθει τοις πιστοίς βασιλεύσιν εκ εκστρατείας ως απροσμάχητον όπλον συνεκστρατεύεσθαι». Έτσι εξηγείται η παρουσία της εικόνας σε έναν από τους θριάμβους του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή, σύμφωνα με σχετική μικρογραφία του Σκυλίτζη.

Παράλληλα, η εικόνα απέκτησε ρόλο ρυθμιστικό στις ανθρώπινες σχέσεις και τη δημόσια ζωή. Ο ίδιος ο Ατταλειάτης μας παραθέτει την πληροφορία ότι ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ ο Διογένης σε μίαν εκστρατεία του έστησε δικαστήριο για να δικάσει έναν στρατιώτη, ο οποίος είχε κλέψει ένα μουλάρι. Ο στρατιώτης καταδικάστηκε να του κόψουν τη μύτη. Τότε αυτός κατέφυγε προς την «…πάνσεπτον εικόνα της πανυμνήτου δεσποίνης Θεοτόκου της Βλαχερνιτίσσης…».

To «σύνηθες θαύμα»

Την ίδια εποχή (11ος αι.) ο Μιχαήλ Ψελλός μας πληροφορεί ότι ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄ ο Δούκας του είχε ζητήσει να γνωματεύσει για μία νομική υπόθεση, κατά την οποία ένας τοπικός άρχοντας και ένα μοναστήρι διεκδικούσαν την ιδιοκτησία ενός μύλου στη Θράκη. Με προτροπή, λοιπόν, των μοναχών η υπόθεση «παραπέμφθηκε» στην εικόνα των Βλαχερνών, η οποία βρισκόταν στον νότιο τοίχο της εκκλησίας, όπως βρίσκονται οι εφέστιες εικόνες στην Κέρκυρα, και ήταν καλυμμένη από ένα κεντημένο πέπλο (βλ. κάτι αντίστοιχο με την εικόνα της μονής του Κύκκου στην Κύπρο). Το πέπλο υψωνόταν μυστηριωδώς, χωρίς εμφανή ανθρώπινη παρέμβαση, κάθε Παρασκευή βράδυ και η εικόνα ακτινοβολούσε από φως ως το πρωί του Σαββάτου. Το θαυμαστό αυτό γεγονός ονομαζόταν «σύνηθες θαύμα» και η διακοπή του εθεωρείτο ως ετυμηγορία για το θέμα που είχε προκύψει. Στη υπόθεση για την οποία εισηγήθηκε ο Ψελλός το πέπλο υψώθηκε δικαιώνοντας τον τοπικό άρχοντα.
Εκτός από τα παραπάνω κειμήλια στο ναό φυλασσόταν βραχίων του Αγίου Γεωργίου, το σώμα της Αγίας Λουκίας κ.α., τα οποία αφαιρέθηκαν από τους σταυροφόρους το 1204.

Για όλους αυτούς τους λόγους ο ναός των Βλαχερνών σύντομα απέκτησε πλούτο και δόξα. Εδώ, μάλιστα, εκκλησιαζόταν ο αυτοκράτορας και η αυλή του κατά τους τελευταίους αιώνες όταν διέμεναν μόνιμα στο ομώνυμο ανάκτορο, ενώ ο πρωτοπαπάς των Βλαχερνών είχε την ίδια εκκλησιαστική τιμή με τον πρωτοπαπά του Ιερού Παλατίου. Σύμφωνα δε με Νεαρά του Ηρακλείου ο ναός είχε το ακόλουθο προσωπικό:
Πρεσβυτέρους 12, διακόνους 18, διακόνισσες 6, υποδιακόνους 8, αναγνώστες 20, ψάλτες 4 και πυλωρούς 6. Σύνολο 74 άτομα!

Με τον καιρό, η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Κωνσταντινούπολης, ώστε σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια, και όχι μόνο, να ανεγερθούν ναοί επ’ ονόματι της Θεοτόκου της Βλαχέραινας και να φιλοτεχνηθούν αντίγραφα της εικόνας, τα οποία, με τη σειρά τους, απέκτησαν θαυματουργικές ιδιότητες και έγιναν πρότυπα για άλλες.

Η ύπαρξη, επομένως, πληθώρας ναών στην Κέρκυρα αφιερωμένων στην Παναγία τη Βλαχέραινα σημασιοδοτεί μία παλαιότατη παράδοση για το νησί μας που ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους!
Είναι δε μία από τις αποδείξεις για τις καταβολές της Κερκυραϊκής εκκλησιαστικής κληρονομιάς, η οποία αλώβητη, αν και ενίοτε περιφρονημένη και παρεξηγημένη, έχει φτάσει ως στις μέρες μας, μεταφέροντας εις το διηνεκές την ευλογία και τη χάρη της Παναγίας της Βλαχέραινας.

• Γιώργος Γαστεράτος
Φιλόλογος - Ιστορικός
υπ. δρ. Ιστορίας Iόνιου Πανεπιστημίου


................................................................................................................................

Η Παναγία Βλαχέραινα στην Ι.Μ. της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.

Αν και δεν είναι σίγουρο ότι η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΛΑΧΕΡΑΙΝΑ εικονίζονταν με ένα συγκεκριμένο εικονογραφικό τύπο διασώζονται κάποιες εικόνες που παρουσιάζουν την Παναγία να φέρει στο κέντρο στην αγκαλιά της (ή σαν σε «μετάλλιο») το βρέφος Ιησού (Σινά 600 μ.Χ.). Άλλοι πάλι μελετητές θεωρούν ότι η «Βλαχερνιώτισα» μάλλον ήταν μία «Oδηγήτρια». Στα μετά βυζαντινά χρόνια, ως «Βλαχερνιώτισσα», εκτός από «Οδηγήτριες» βρίσκουμε και άλλου τύπου εικονογραφικού τύπου εικόνες, όπως... «Καρδιότισες», «Γλυκοφιλούσες» κλπ. Προφανώς η προσωνυμία «Βλαχερνιώτισα», από τα βυζαντινά χρόνια, χαρακτηρίζει περισσότερο «τόπο προέλευσης και λατρείας»... παρά εικονογραφικό τύπο εικόνας.

................................................................................................................... Π.Σ.Μ


Η Παναγία Βλαχέραινα στα Κορνάτα, στη Κέρκυρα.

Στις 2 Ιουλίου γιορτάζει πάντα, η Παναγιά η Βλαχέραινα που βρίσκετε στα όμορφα Κορνάτα, στο παλιό χωριό Σταυρός, που η ίδρυση του ανάγεται πριν τον 15ο αιώνα, ενώ οι πρώτοι οικιστές του, πιστεύεται ότι κατάγονται από τους ακόμα παλαιότερους Βυζαντινούς χρόνους των Kομνηνών όπου και εγκατέστησαν στρατιώτες στην περιοχή. Έτσι δικαιολογείται και η διάσωση της παλιάς «Aυτοκρατορικής» λατρείας, της «Βυζαντινής Παναγιάς των Βλαχερνών» στα Κορνάτα. Πληροφορία και foto από το...
http://arion-stavros.blogspot.com/2009/07/blog-post.html

................................................................................................................... Π.Σ.Μ
















Το πιο αναγνωρίσιμο σημείο της Κέρκυρας. Η Ιερή Μονή της Παναγίας Βλαχέραινας βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της λιμνοθάλασσας Χαλικιόπουλου. Περιβάλλεται από θάλασσα ενώ μια μικρή γέφυρα τη συνδέει με τη στεριά. Η πρώτη αναφορά στο μοναστήρι ανάγεται στο 1568...
Πληροφορία και foto από το http://www.corfutour.gr/cgs.cfm?areaid=1&id=151

................................................................................................................... Π.Σ.Μ

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

H ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

Ο ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ (Υ. Θ. Φανερωμένη)

Δημοσιεύθηκε στην Απολύτρωση της ομώνυμης αδελφότητας της Κέρκυρας.


Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι για έναν τόπο τα μνημεία και δη τα εκκλησιαστικά είναι οι κατεξοχήν φορείς της διατήρησης της ιστορικής μνήμης. Αυτό εύκολα μπορεί να το διαπιστώσει κανείς στην Κέρκυρα, όπου οι ναοί είναι διάσπαρτοι στον ιστό της πόλεως. Παρατηρώντας τους, λοιπόν, κάποιος δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει ότι αποτελούν τη ζώσα ιστορία για τους κερκυραίους. Ένας από αυτούς είναι ο ιστορικός ναός της Παναγίας των Ξένων.

Η εκκλησία αυτή βρίσκεται στην καρδιά της παλιάς πόλεως στο λεγόμενο πλακάδο τα’ Αγιού. Παλαιότερα ονομαζόταν «εις ταις στέρναις», λόγω των παρακείμενων δεξαμενών νερού που υπήρχαν παλαιότερα εκεί. Είναι δε από τους πιο ωραίους της πόλεως. Εξωτερικά παρεκκλίνει από παλαιότερα παραδοσιακά μοτίβα όσον αφορά την πρόσοψη και το κωδωνοστάσιο. Η μεν πρόσοψη, όπως είναι διαμορφωμένη, θυμίσει νεοκλασικές ιταλικές προσόψεις ναών του 19ου αιώνα ενώ το καμπαναριό είναι δείγμα καθαρού μπαρόκ, που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά στο νησί, καθώς τα λεγόμενα πυργωτά ακολουθούν παραδοσιακά πλαίσια με πρότυπο φυσικά εκείνο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα.

Αλλά και το εσωτερικό του ναού μόνο δέος και συγκίνηση μπορεί να προκαλέσει στον επισκέπτη, καθώς δείχνει σε τι αρμονικούς και λεπτούς συνδυασμούς έφτασε η κερκυραϊκή εκκλησιαστική τέχνη. Ο χώρος αυτός, καθώς είναι χωρισμένος με μονόλιθες στήλες δίνει την εντύπωση πως πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική. Όμως, και αυτό ακριβώς το γεγονός δείχνει τον εκλεκτικισμό της κερκυραϊκής τέχνης καθώς παρατηρείται σε σημαντικά εκκλησιαστικά μνημεία της Κέρκυρας, όπως ο ναός της Υ.Θ. Σπηλιώτισσας και ο κατεδαφισμένος πια ναός των Ταξιαρχών Καμπιέλου.

Εδώ μπορεί κανείς να θαυμάσει το εικονοστάσιο που αποτελεί ένα αριστούργημα ρυθμού μπαρόκ και όχι βέβαια ροκοκό, όπως κατ’ επανάληψη έχει υποστηριχθεί. Μάλιστα, λέγεται ότι κατασκευάστηκε από ιταλούς τεχνίτες από τη Νάπολη. Στη δεξιά πλευρά δε του τέμπλου, εντός εσοχής, κατά τα κερκυραϊκά ειωθότα, βρίσκεται αποθησαυρισμένη η σεβάσμια εικόνα της Κυράς Φανερωμένης. Άλλη εικόνα εξαιρετικής τέχνης είναι αυτή του Προφήτη Ηλία, έργο του κερκυραίου Σπυρίδωνος Προσαλέντη, ενώ ο άμβωνας κοσμείται με την παράσταση του Κυρίου που διώχνει τους εμπόρους από το ναό του Σολωμόντος, πράγμα σπάνιο για άμβωνα, που όμοιό του τουλάχιστον θεματολογικά, με παράσταση σκηνής από την Καινή Διαθήκη, συναντάμε στον κατεστραμμένο σήμερα ναό του Αγίου Νικολάου Ζακύνθου.

Επίσης αξίζει να προσέξουμε δύο παλιά βημόθυρα: Το ένα που παριστά τη Ρίζα του Ιεσσαί, όπου εικονίζονται προφήτες με τις αντίστοιχες ρήσεις τους περί ελεύσεως του Μεσσία. Και το άλλο, που αποτελεί ένα «άπαξ» (unicum) για την εικονογραφία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησία, καθώς εικονίζονται δεκαεννέα Πατέρες της εκκλησίας, δέκα της Ανατολής και εννέα της Δύσης: Ιωάννης Χρυσόστομος, Λεοντίνος Καισαρείας, Γρηγόριος Νεοκαισαρείας, Γρηγόριος Θεολόγος, Κυπριανός, Μέγας Αθανάσιος, Κύριλλος Αλεξανδρείας, Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Δαμασκηνός, Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Δάμασος Ρώμης, Κελεστίνος Ρώμης, Ιερώνυμος, Ιωάννης Η΄ Ρώμης, Μέγας Γρηγόριος Ρώμης Διάλογος, Λέων Ρώμης, Αμβρόσιος, Αυγουστίνος και Αντώνιος καρδινάλιος. Καθένας από αυτούς τους Πατέρες κρατεί ειλητάριο ανά χείρας με ρήσεις που αναφέρονται στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός, ως απάντηση στο δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «και εκ του Υιού» (Filioque). Η εικόνα αυτή υπάγεται στις λεγόμενες «ομολογιακές εικόνες», με τις οποίες οι κερκυραίοι απαντούσαν και συγχρόνως αντιστέκονταν στα δόγματα των δυτικών. Έτσι δεν είναι λίγα τα βημόθυρα που εικονίζουν Πατέρες υποστηρικτές της ορθοδοξίας, όπως ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο Άγιος Γρηγόριος το Παλαμάς κλπ.

Αναφορικά με την ίδρυση του ναού θα πρέπει να μνημονεύσουμε το όνομα του κτίτορος ιερομόναχου Νικόδημου Κολίτσα, γιού του κεφαλλονίτη Φρειδερίκου και της κερκυραίας Ιουλίας (Γούλιως) Μαστρόκαλου από το χωριό Αντιπερνοί. Εδώ αξίζει να ανασύρουμε από τα ΓΑΚ, Αρχείο Νομού Κερκύρας τη σχετική άδεια ανοικοδόμησης που χορήγησε ο Μέγας Πρωτοπαππάς:

13 Μαρτίου 1689
+ο αιδεσιμότατος και μέγιστος αυθέντης πρωτοπαπάς ειδών και αναγνώσας την όπισθεν γραφήν προσφερμένην παρά του εν Ιερομονάχοις κυρ Νικοδήμου Κολυτζά και πράξιν του εξοχωτάτουαυθεντός γγενεράλι ινκουϊζιτόρου Ανδρέου Ναυαγιέρ γιναμένην την ιε΄του ενεστώτος και τα πάντα καλώς εννοήσας, διορίζων δίδει άδειαν του αυτού ιερομονάχου να συνάξη την ύλην, δια να κτίση εκ βόθρου νέον ναόν εις τον τόπον οπού αφιερώθη παρά της θεοδωρέλας θυγατρός του ποτέ τιμίου σινιόρ Νικολάου Βερβιτσιώτη, ως εις τας πράξεις του σινιόρ σπύρου ασιμοπούλου τη δ’ του παρόντος και τούτο εις δόξαν θεού και τιμήν της υπεραγίας θεοτόκου επονόματι των απελπισμένων ελπίς κατά την αυτού αναζήτησιν, φυλλάσσοντας τα κατά την τάξιν και ούτως εδιόρισε.
Χριστόδουλος ο Κερκύρας μέγας Πρωτοπαπάς


Επιπλέον, στην ίδια άδεια διαβάζουμε:

α΄χπθ (1689) μαρτίου κστ΄(26)
+ενεφανίσθη ο όπισθεν ιερομόναχος κυρ νικόδημος κολύτζας και ανάφερεν πώς να ετήμασε τα πάντα και να ανάσκαψε το θεμέλιον δια να γέννη η νέα εκκλησία εις δόξαν Θεού και τιμήν της υπεραγίας δεσποίνης ημών θεοτόκου και παρακαλή της αυτού αιδεσιμώτητα να ήθελε σωματικώς απέλθη κατά την τάξιν και συνήθειαν να βάλη το θεμέλιον όπως εις την οποίαν αναζήτησιν ακούσας η αυτού αιδεσιμότης σωματικώς επήλθε μετά του τιμίου σταυρού και ετέρων ιερέων και έφερε την πέτραν του θεμελίου μετά τας διατεταγμένας ευχάς.

Έτσι, ο Νικόδημος έκτισε το ναό «εις μνημόσυνον αυτού και των γονέων του», όπως αναφέρει στη διαθήκη του, με τη συνδρομή κερκυραίων ευγενών και αρκετών στεριωτών, δηλαδή ατόμων προερχόμενων από την Ηπειρωτική Ελλάδα. Ακολούθως δε, η εκκλησία κληροδοτήθηκε σε 22 ή 25 πρόσωπα που τον είχαν βοηθήσει στο κτίσιμο με την εντολή να δέχονται ως αδελφούς «όσους ξένους χριστιανούς είναι από τα μέρη της στερηάς», γι’ αυτό ονομάστηκε και «των Ξένων». Οι «ξένοι» αυτοί, ταυτόχρονα, αποκτούσαν, συν τοις άλλοις, και δικαίωμα ταφής εντός του ναού.
Τελειώνοντας αυτό το σύντομο αφιέρωμα, θα πρέπει να συμφωνήσουμε πως ο ναός της Παναγίας των Ξένων, αποτελεί για την Κέρκυρα κιβωτό ιστορίας, παράδοσης και τέχνης.

Γιώργος Γαστεράτος
Φιλόλογος - Ιστορικός
υπ. δρ. Ιστορίας Ιονίου Πανεπιστημίου

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Έριδες για τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Κερκύρας

Από τον Nicholson στον Βουτσίνο.

Η μελέτη "Από τον Nicholson στον Βούτσίνο: Έριδες για τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Κερκύρας", είναι Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Επιστημονικού Συνεδρίου (7-8 Σεπτεμβρίου 2005) "Όψεις της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Κέρκυρας", που έγινε στην Κέρκυρα. Τα δε πρακτικά του συνεδρίου δημοσιεύθηκαν στον Δ' τόμο της Β΄περιόδου των Κερκυραϊκών Χρονικών της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών.

Το 1797 καταλύεται από τους Γάλλους η Ενετοκρατία στα Επτάνησα και ακολούθως, το 1799, επανιδρύεται από τους Ρώσους ο ορθόδοξος μητροπολιτικός θρόνος της Κέρκυρας με πρώτο μητροπολίτη τον Ιερόθεο Κιγάλα. Την ίδια περίοδο στον ίδιο χώρο η Καθολική Εκκλησία συρρικνώνεται σημαντικά, αφού είχαν χαθεί πια τα προνόμια που της εξασφάλιζε η Βενετία. Μάλιστα, από το 1799, κατά διαταγή του Γάλλου στρατηγού Chabot, ο λατίνος αρχιεπίσκοπος Φραγκίσκος Μαρία Fenzi έχει εγκαταλείψει την Κέρκυρα.
Τον Fenzi, που εν τω μεταξύ διέμενε στη Ρώμη, έχοντας παραιτηθεί από το θρόνο της Κέρκυρας και έχοντας λάβει τον τίτλο του Πατριάρχη Ιεροσολύμων, διαδέχεται το 1818 ο Παύλος Αύγουστος Φώσκολος, ο οποίος όμως ουδέποτε ήλθε στην Κέρκυρα, τη διαποίμανση της καθολικής κοινότητας της οποίας αναλαμβάνει το έτος 1830 ο επίσκοπος Πέτρος Αντώνιος Νοστράνος, ο οποίος θεωρείται συνετός και χαμηλών τόνων.
Αναφορικά με την Ορθόδοξη Εκκλησία, η θέση της βελτιώνεται αισθητά. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Α΄ Κεφαλαίου του Συντάγματος του 1817 του υπό Βρετανική προστασία Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, «Επικρατούσα θρησκεία του Ιονίου Κράτους εστίν η της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας. Παν δε έτερον χριστιανικόν θρήσκευμα προστατεύεται…». Ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Α΄ Τμήματος του Ε΄ Κεφαλαίου του εν λόγω Συντάγματος, «Η Καθολική Ρωμάνα θρησκεία προστατεύεται εξαιρέτως, και παν άλλο είδος θρησκεύματος εστίν ανεκτόν…». Όμως, μολονότι θέτει υπό ειδική προστασία τη Λατινική Εκκλησία, στο άρθρο 4 του Α΄ Τμήματος του Ε΄ Κεφαλαίου αναφέρεται ότι «Ουδεμία δημόσιος τελετή θρησκευτικής λατρείας συγχωρείται εν τούτω τω Κράτει, παρά τας των ανωτέρω Χριστιανικών Ορθοδόξων Εκκλησιών». Επιπλέον, ο επικεφαλής της δεν φέρει πια τον τίτλο «Archiepiscopus Corcyrensis», Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας δηλαδή, όπως τιτλοφορούνταν κατά τη διάρκεια της ενετοκρατίας, αλλά «Primo Dignitario della Chiesa Latina di Corfu’», πρώτος αξιωματούχος δηλαδή της Λατινικής Εκκλησίας της Κέρκυρας.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες κατά το έτος 1847 ανακύπτει έριδα ανάμεσα σε ορθόδοξους και καθολικούς για τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Κερκύρας. Πρωταγωνιστές είναι ο Άγγλος βοηθός του λατίνου επισκόπου Νοστράνου Δρ. Nicholson και ο πρωτοσύγκελος του ορθόδοξου μητροπολίτη Χρυσάνθου Αθανάσιος Πολίτης, καθηγητής της θεολογίας της Ιονίου Ακαδημίας.
Συγκεκριμένα ο Nicholson, του οποίου ο ακριβής τίτλος είναι «συμβοηθός με δικαίωμα διαδοχής» επαναφέρει για τον επίσκοπό του, το Νοστράνο, τον τίτλο «Archiepiscopus Corcyrensis», γεγονός που θεωρήθηκε αυθαιρεσία και παράβαση του συντάγματος του 1817. Αλλά και πρωτύτερα, πριν ανακινήσει το ζήτημα αυτό ο Nicholson, ο Νοστράνος ατύπως τιτλοφορούνταν «Αρχιεπίσκοπος των εν Κερκύρα Λατίνων». Για την ορθόδοξη πλευρά όμως, της οποίας υπέρμαχος αναδεικνύεται ο Πρωτοσύγκελος και μετέπειτα Μητροπολίτης Αθανάσιος Πολίτης, αυτό ήταν αδιανόητο καθώς ο τίτλος αυτός δικαιωματικά και ιστορικά ανήκε στον ορθόδοξο επίσκοπο. Επιπλέον, μ’ αυτόν τον τίτλο, ο λατίνος επίσκοπος εμφανιζόταν, όπως την περίοδο της ενετοκρατίας, ως ποιμενάρχης όλων ανεξαιρέτως των Κερκυραίων, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων φαινόταν απλώς ότι ακολουθούσε την ανατολική λειτουργική παράδοση, το «γραικικόν ρητόν», σύμφωνα με τους όρους της συνόδου της Φεράρας – Φλωρεντίας.
Συνεπώς, θα λέγαμε ότι από κανονικής και εκκλησιολογικής απόψεως γιγαντώνεται το πρόβλημα αυτό από όταν επανιδρύεται ο ορθόδοξος θρόνος το 1799, καθώς από τότε υπάρχουν στο νησί, έστω και θεωρητικά, δύο επίσκοποι Κερκύρας ενώ το ποίμνιο ουσιαστικά είναι ένα. Και, καθώς ανατρέχουμε στο παρελθόν, είναι φανερό ότι το πρόβλημα γεννάται με την απομάκρυνση φυσικά του κανονικού ορθόδοξου μητροπολίτη το 1267 από τον Κάρολο Α΄ τον Ανδηγαυό (Charles d’ Anjou) ή ενωρίτερα από τον Φίλιππο Κινάρδο (1258 – 1266).
Λέγεται, μάλιστα, ότι, αν ο Κάρολος Α΄ ο Ανδηγαυός ήταν αυτός που απομάκρυνε τον ορθόδοξο επίσκοπο του νησιού, ο ηθικός αυτουργός ήταν ο ίδιος ο ρωμαίος ποντίφικας, στον οποίο χρωστούσε το στέμμα του ο Κάρολος. Βέβαια η τακτική αυτή της κατάργησης των ορθοδόξων επισκόπων κατά την λατινοκρατία ήταν συνηθισμένη και γνωστή. Χαρακτηριστική, μάλιστα, είναι η απάντηση του Μητροπολίτη Κερκύρας Βασιλείου Πεδιαδίτη, σε πρόσκληση του πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ να συγκαλέσει οικουμενική σύνοδο χωρίς τους κανονικούς ανατολικούς ιεράρχες, οι οποίοι είχαν απομακρυνθεί από τις αρχαίες τους έδρες: «…ποίοι των γραικών αρχιερέων εις την Σύνοδον απαντήσουσιν; οι διωχθέντες παρά της αγιότητός σου; Ο αγιώτατος Αθηνών, όν έδιωξε η αγιοσύνη σου χειροτονήσασα έτερον εις τον θρόνον εκείνου; Ο Θεσσαλονίκης ον έδιωξε η αγιοσύνη σου από του θρόνου αυτού και απέστειλε έτερον; Ο Ζαρνάτας ον έδιωξε η αγιοσύνη σου χειροτονήσασα έτερον;…».
Επανερχόμενοι στο έτος 1847, η ενέργεια του «συμβοηθού με δικαίωμα διαδοχής» δόκτορος Νίκολσον να επαναφέρει για τον επίσκοπό του τον τίτλο «Archiepiscopus Corcyrensis» γίνεται αφορμή να ξεσπάσουν στην πόλη της Κέρκυρας επεισόδια, με εκατέρωθεν προσβολές και χλευασμούς, τη Μ. Παρασκευή του ιδίου έτους κατά την περιφορά του Επιταφίου των λατίνων. Το γεγονός αυτό, μάλιστα, στάθηκε αφορμή να διακόψουν οι λατίνοι έκτοτε κάθε δημόσια λατρευτική τελετή και λιτανεία. Φαίνεται ότι η ατμόσφαιρα ήταν ήδη ηλεκτρισμένη, ύστερα από την αλλαγή του εκκλησιαστικού status quo, καθώς ήδη από το 1826 υπήρχαν διαμαρτυρίες της Καθολικής Εκκλησίας για πιέσεις στα Ιόνια Νησιά.
Στις ενέργειες του Nicholson αντιδρά δυναμικά ο Αθανάσιος Πολίτης, καθώς ο Μητροπολίτης Χρύσανθος εκείνο τον καιρό είναι σωματικά και διανοητικά άρρωστος.
Ο Πολίτης με σθένος και σύνεση απευθύνει σε κάθε αρμόδιο φορέα (αρμοστή, γερουσία, βουλή) επιστολές, όπου διαμαρτύρεται έντονα για τις κινήσεις του Nicholson.
Την πρώτη επιστολή με τίτλο «Υπόμνημα ιδιαίτερον» την απευθύνει στις 15/27 Απριλίου 1847 «προς την Αυτού Εξοχότητα τον Λορδ Σήτωνα Μέγαν Αρμοστήν». Εκεί επισημαίνει τη σοβαρότητα της κατάστασης, εξιστορεί την παρουσία της ορθόδοξης εκκλησίας στο νησί ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ενώ δεν παραλείπει να αναφέρει ονόματα επισκόπων που λάμπρυναν την Κέρκυρα, όπως αυτό του Αγίου Απολλοδώρου, ο οποίος, ως γνωστόν, έλαβε μέρος στην πρώτη οικουμενική σύνοδο. Ο Πολίτης στην ιστορική του αναδρομή αναφέρεται, στη συνέχεια, στον Κάρολο τον Ανδηγαυό, τις μετέπειτα περιπέτειες της ορθόδοξης εκκλησίας της Κέρκυρας και την απαλλαγή της Επτανήσου από τη «Λατινική δεσποτεία», όπου η Κέρκυρα «είδε την εαυτής Εκκλησίαν ανακτησαμένην την αρχαίαν ελευθερίαν και ευπρέπειαν και απολαβούσα τον γνήσιον αυτής Ποιμένα». Ακολούθως αναφέρει ότι «Έκτοτε ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος έζησε μακράν της Κερκύρας, πλανώμενος τήδε κακείσε, και παρέχων πράγματα τη Κυβερνήσει, ήτις συγκαταβάσει χρωμένη εξηκολούθησεν ίνα δίδη αυτώ μισθόν ουκ ευκαταφρόνητον. Ετόλμησε μεν ούτος κατά το 1815 ίνα αξιώση παρά της Κυβερνήσεως όπως αποκατασταθή εις α έλεγε ίδια προνόμια και πρεσβεία˙ αλλ’ η αίτησις αυτού απεκρούσθη. Παραιτηθέντος δε μετά ταύτα, ο Πάπας εξελέξατο άλλον διάδοχον αυτού, όστις διεκοίνωσε τω 1816 την ιδίαν εκλογήν προς την Γερουσίαν, αιτούμενος ίνα αναγνωρίσωσιν ίδιον τοποτηρητήν εν απουσία αυτού˙ αλλά και αύτη η αίτησις ωσαύτως απεκρούσθη˙ ει δε και μετέπειτα δια τινός επεμβάσεως αρχής, λαβούσης χώραν άνευ της συνεργείας της Κυβερνήσεως τούτου του Κράτους, είδομεν τον Κ. Νοστράνον κοσμούμενον παρ’ ημίν τίτλω Αρχιεπισκόπου, ω και διορίσθη μισθός, ανασκοπής ένεκα της του Αρχιερέως τούτου αρετής, αλλ’ ούτος τουλάχιστον φρονίμως ποιών ωνομάζετο μόνον Αρχιεπίσκοπος των εν Κερκύρα Λατίνων, εν ω και το Σύνταγμα και η Δ΄ Πράξις της Ε΄ Βουλευτικής περιόδου, αναγνωρίζουσιν μεταξύ των Ιερέων της εν τη Νήσω ταύτη Λατινικής Εκκλησίας τέσσαρας μόνον, ούς διακρίνουσιν δια της γενικής προσηγορίας αξιωματικών, και τούτους ισοβίως».
Επίσης, σημαντική είναι η παρατήρηση που κάνει αναφορικά με την πρακτική που ακολουθείται για τις λατινικές θρησκευτικές τελετές: «…αν και υπό του Συντάγματος απαγορεύηται πάσα δημοσία λατρεία εις τας άλλας παρά την επικρατούσαν Θρησκείαν, βλέπει τις όμως τας λιτανείας των Λατίνων περιερχομένας μετά πομπής δια των οδών, συνοδευομένας υπό της αστυκής Μουσικής, και υπ’ αυτών των Ελλήνων τιμωμένας». Σ’ αυτήν την πρακτική αντιπαραβάλλει το γεγονός ότι «…εν ταις Ιταλικαίς επικρατείαις, μάλιστα δε εν τη παπική και εν Νεαπόλει, πάσα λατρεία των Ελλήνων αναχαιτίζεται, ίνα μη είπω ότι καταδιώκεται».
Στο τέλος θέτει ένα πολύ σημαντικό επιχείρημα αντιπαραβάλλοντας το ποίμνιο των δύο ομολογιών στο κράτος και τονίζοντας ότι «σήμερον η επικρατούσα εν τη Επτανήσω Θρησκεία είναι η Ανατολική και ταύτην και μόνην πρεσβεύουσιν οι κάτοικοι» ενώ, παράλληλα, πληροφορεί τον Seaton ότι δεν υπάρχει ικανός αριθμός λατίνων που να δικαιολογεί αρχιεπίσκοπο και αυτοί που έχουν μείνει είναι ξένης καταγωγής «…οι δε λοιποί είναι άνθρωποι Ιταλοί ή Μελιτιαίοι, προσκαίρου ή μεταβλητής διατριβής, επήλυδες μετερχόμενοι τέχνας βαναύσους, μισθαρνητικάς, δουλικάς».
Και καταλήγει ο Αθανάσιος: «Ο τίτλος άρα Αρχιεπισκόπου Κερκύρας, ον οικειούται και εφ’ ω εναβρύεται Αρχιερεύς αλλότριος της Θρησκείας του τόπου και της Κυβερνήσεως, δεν δύναται να γίνει ανεκτός χωρίς του να υβρισθεί η Θρησκεία αύτη, και χωρίς του να συγχωρηθή τρόπον τινά ότι ο ταύτης προϊστάμενος δεν είναι γνήσιος».
Μετά από δύο χρόνια, το 1849, ο Αθανάσιος, «εψηφισμένος» πια Μητροπολίτης Κερκύρας, επανέρχεται στο θέμα, με επιστολή διαμαρτυρίας προς την Ιόνια Βουλή, επειδή, όπως λέει, αναφορικά με την ορθόδοξη εκκλησία, «…αι κατά ταύτης απόπειραι δεν παύουσιν αλλά μάλιστα θερμότεραι αναφαίνονται…». Καλεί, λοιπόν, τους αντιπροσώπους του λαού να εμποδίσουν «…όπως άνδρες εξαρτώμενοι του Αρχηγού άλλης Θρησκείας μετέρχονται ενταύθα Αρχιερατικά καθήκοντα και σφετερίζωνται τον τίτλον Επισκόπων της νήσου ταύτης, εξυβρίζοντες ούτω τους νομίμους και μόνους αυτής Ποιμένας και την επικρατούσαν Θρησκείαν, και ανατρέποντες ου μόνον τους μνημονευθέντας νόμους του Κράτους, αλλά και αυτούς τους Θείους και Ιερούς Κανόνας».
Η Βουλή διαβίβασε τη διαμαρτυρία στη Γερουσία (Κυβέρνηση), η οποία με επιστολή της στις 18 Ιουνίου 1849 προς το Μητροπολίτη «…απεφάνθη ότι ο Δόκτωρ Νίχωλσον, συμφώνως με τον αρχικόν τίτλον του, να μην δύναται να χαρακτηρίζη εαυτόν ειμή ως συμπάρεδρον του Κυρίου Νοστράνου, Αρχιεπισκόπου της εν Κερκύρα Λατινικής Εκκλησίας…». Ο Αθανάσιος απαντά αμέσως στο Γραμματέα της Γερουσίας Δούσμανη. Επαναλαμβάνει ότι οι ενέργειες του Nicholson συνιστούν παράβαση συντάγματος και, προχωρώντας ακόμη περαιτέρω, καταλήγει ότι ακόμη και ο τίτλος «Αρχιεπίσκοπος της εν Κερκύρα Λατινικής Εκκλησίας» είναι αταίριαστος, όπως λέει «…δια δέκα ή είκοσιν οικογενείας τυχούσας ενταύθα των πολιτικών δικαιωμάτων…». Για τον ισχυρισμό του δε αυτόν υπαινίσσεται το γνωστό σόφισμα της συνόδου του Λατερανού του 1213, σύμφωνα με την οποία «ένα σώμα με δύο κεφάλια είναι έκτρωμα…». Το «επιχείρημα» αυτό είχε προβάλλει στο παρελθόν και ο πάπας ως απάντηση στις διαμαρτυρίες των Κερκυραίων για την κατάργηση του ορθόδοξου θρόνου του νησιού. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι, όποιος κάθε φορά βρίσκεται σε «επικρατούσα» θέση, μπορεί να επιβληθεί σ’ αυτόν που είναι σε υποδεέστερη προβάλλοντας τέτοιου είδους επιχειρήματα.
Όμως, η επιστολογραφία του Αθανασίου συνεχίζεται. Στο ίδιο πνεύμα στέλνει στις 25 Ιουνίου 1849 επιστολή στον νέο Αρμοστή Sir Henry George Ward. Η επιστολή αυτή φαίνεται να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς μερικές μέρες πριν ο αρμοστής είχε στείλει σχετική έκθεση στον Υπουργό Αποικιών. Ακολούθως, το 1852 απευθύνεται στη Βουλή και νέο κατατοπιστικό έγγραφο, το οποίο προκάλεσε τη γνωστή μακροσκελή «Έκθεση» της «επί των Εκκλησιαστικών Επιτροπής» της Βουλής. Στην έκθεση αυτή δικαιώνονται οι θέσεις του Αθανασίου. Μάλιστα, όπως παρατηρεί ο Παπαγεώργιος, σχετικά με την σύνταξη της Εκθέσεως, «αι μεν χείρες ήσαν χείρες Παδοβά, η δε φωνή φωνή Αθανασίου»!
Ένα χρόνο μετά, στις 9 Απριλίου 1853, καταγγέλλει στη Γερουσία την τελετή ενθρόνισης του Nicholson, κατά την οποία «Η πόλις δε έκθαμβος είδε αυτόν διατρέχοντα την δημοσίαν οδόν υπό σκήνωμα (Baldachino) προπορευομένου του Σταυρού, παρακολουθούμενον υπό των Ιερέων αυτού, και ενδεδυμένον άμφια, οία οι παρά Λατίνοις Επίσκοποι περιβάλλονται. Ως τοιούτος δε ενερθονίσθη εις την Λατινικήν Εκκλησίαν , και ως τοιούτον αναγγέλουσιν αυτόν εις τους παροδεύοντας τα οικογενειακά αυτού παράσημα, τεθειμένα άνωθεν της εξωτερικής θύρας της Εκκλησίας εκείνης». Ωστόσο, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι, υπό κανονικές συνθήκες, ο Nicholson, ως αρχιερέας, είχε κάθε δικαίωμα να περιβληθεί τα επισκοπικά άμφια και να διέλθει με «μπαρλακί» κατά την τελετή της ενθρονίσεώς του. Όμως η τελετή αυτή μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο έριδων και έντονων παθών φαντάζει στα μάτια της άλλης πλευράς ως προκλητική ενέργεια.
Το τελευταίο, κατά σειράν, έγγραφο που στέλνει ο Αθανάσιος έχει χρονολογία 21 ή 9 Μαΐου 1853 και αποτελεί απάντηση – διαμαρτυρία, με σκληρή γλώσσα και απειλητικό ύφος, σε σχεδόν ταυτόχρονο έγγραφο της Γερουσίας, η οποία αναγνωρίζει στο Nicholson τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου της εν Κερκύρα Λατινικής Εκκλησίας», ακολουθώντας, όπως έχει υποστηριχτεί, τη παλιά μέση λύση. Αυθημερόν ο Πρόεδρος της Γερουσίας Κανδιάνος Ρώμας δήλωνε στον Αρμοστή ότι η Γερουσία συμφωνεί με τις απόψεις τους Αθανασίου σχετικά με τον τίτλο του λατίνου επισκόπου. Έτσι το ζήτημα έκλεισε υπέρ του Μητροπολίτη. Ο Nicholson το 1855 παραιτήθηκε και μετέβη στη Ρώμη. Τον διαδέχθηκε ο Κάρολος Rivelli, άνδρας εξόχων αρετών, κατά τον Παπαγεώργιο, ο οποίος πήγε, μάλιστα, στη Ρώμη, εξέθεσε τα πράγματα ως είχαν και κατέπαυσε τις έριδες.
Τον Αθανάσιο Πολίτη διαδέχονται στο μητροπολιτικό θρόνο της εκκλησίας της Κέρκυρας ο Αντώνιος Χαριάτης, ο Ευστάθιος Βουλισμάς και ο Σεβαστιανός Νικοκάβουρας, ο οποίος πεθαίνει τον Ιούλιο του 1920. Ακολούθως, στις 21 Μαρτίου 1923 ενθρονίζεται στον καθεδρικό ναό της Κέρκυρας ο Μητροπολίτης Αθηναγόρας Σπύρου, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής και ακολούθως Οικουμενικός Πατριάρχης. Στα οκτώ χρόνια της φωτισμένης αρχιερατείας του στο νησί ο Αθηναγόρας είχε άριστες σχέσεις με τον Καθολικό Επίσκοπο Λεονάρδο Πρίντεζη (1919 – 1940), με τον οποίο αντάλλαζε συχνά επισκέψεις και πραγματοποιούσε τα απογεύματα περιπάτους στη Γαρίτσα και τη Σπιανάδα. Φαίνεται ότι από τότε τον απασχολούσε η διαίρεση των χριστιανών και ότι έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στην προσωπική επαφή και τη φιλία ως ένα σημαντικό βήμα προς την ενότητα. Χαρακτηριστικός είναι ο ενθρονιστήριος λόγος του, όπου με τη βροντερή φωνή του έλεγε «…και επήλθε η διαίρεσις των εκκλησιών. Επήλθον τα μεγάλα σχίσματα, οι αλληλοσπαραγμοί εν τη εκκλησία την οποία ο Χριστός ηθέλησεν αδιαίρετον και μίαν…».
Ωστόσο, το 1927 παρατηρούμε μία κρίσιμη, αλλά ευτυχώς παροδική, καμπή στις σχέσεις των δύο ανδρών. Συγκεκριμένα εκείνο το έτος ο επίσκοπος Πρίντεζης συμπλήρωνε πενήντα χρόνια ιεροσύνης και για τον εορτασμό του γεγονότος αυτού τύπωσε προσκλήσεις τιτλοφορούμενος «Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας». Αυτό προκάλεσε τόσο την αναστάτωση του κερκυραϊκού λαού όσο και τη διαμαρτυρία του Αθηναγόρα.
Η εποχή όμως είναι ιδιαίτερα ταραγμένη. Μέσα στο χειμώνα της ιταλικής κατοχής, που επακολουθεί, στις 22 Νοεμβρίου 1942, ενθρονίζεται στο μητροπολιτικό ναό της Κέρκυρας ο Μεθόδιος Κοντοστάνος, του οποίου η εθνική και αντιστασιακή δράση είναι σε όλους γνωστή. Από το 1948 η αρχιερατεία του είναι συνυφασμένη με εκείνη ενός άλλου αντιστασιακού, του από Σύρου καθολικού επισκόπου Αντωνίου - Γρηγορίου Βουτσίνου, ο οποίος καλείται να διαποιμάνει την καθολική εκκλησία της Κέρκυρας. Όμως την ίδια εποχή παλαιότερα πάθη, αναφορικά με τις δύο χριστιανικές κοινότητες της Κέρκυρας, βγαίνουν και πάλι στην επιφάνεια με αφορμές εκατέρωθεν άστοχους χειρισμούς.
Αφορμή το 1947 ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «Καθολική» με τίτλο «Έγκλημα κατά της ιστορίας και της τέχνης – Η κατεδάφισις του ιστορικού ναού της Ευαγγελιστρίας εις Κέρκυραν, έντονοι διαμαρτυρίαι καθολικών και ορθοδόξων» ταράζει τα νερά. Με αυτό το δημοσίευμα η εφημερίδα δικαιολογημένα διαμαρτύρεται για τη βιαστική κατεδάφιση της «Αννουντσιάτας» και δημοσιεύει, παράλληλα, την από 4 Ιουλίου 1947 σχετική διαμαρτυρία του τοποτηρητή της Καθολικής Αρχιεπισκοπής ιερέως Σπυρίδωνος Ρουγγέρη προς το Νομάρχη της Κέρκυρας. Στο δημοσίευμα απαντάει ο Μεθόδιος δημοσιεύοντας στο περιοδικό «Άγιος Ιάσων και Σωσίπατρος», τον Οκτώβριο του 1947, σχετικό άρθρο με τίτλο «Αμετροέπειαι της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και αναίρεσις αυτών». Εκεί ο Μητροπολίτης υπεραμύνεται της…κατεδάφισης, θεωρώντας το ιστορικό αυτό οικοδόμημα…«δείγμα μισαλλοδοξίας» ενώ αργότερα στο ίδιο περιοδικό του έτους 1962 πιστεύει ότι θα πρέπει να κατεδαφιστεί και…ο καθολικός καθεδρικός ναός των Αγίων Ιακώβου και Χριστοφόρου, ο «Ντόμος», για να ρυμοτομηθεί η πόλη της Κέρκυρας!
Το κλίμα αυτό επιτείνει ο ερχομός του Βουτσίνου στην Κέρκυρα στις 20 Ιανουαρίου 1948. Μερικές μέρες αργότερα χειροτονείται στον καθολικό ναό του Αγίου Φραγκίσκου. Για τη χειροτονία του Βουτσίνου ο Μεθόδιος λαμβάνει την ακόλουθη πρόσκληση:

Σεβασμιώτατε,
Ο Ιερός καθολικός κλήρος παρακαλεί Υμάς όπως ευαρεστούμενος τιμήσητε δια της παρουσίας σας την τελετήν της ενθρονήσεως του Σεβασμιωτάτου κ.κ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ – ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΒΟΥΤΣΙΝΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ήτις θα λάβει χώραν την Κυριακήν 25ην Ιανουαρίου ε.ε. εν τω Μητροπολιτικώ Ναώ των Καθολικών.
Εν Κερκύρα τη 22 Ιανουαρίου 1948.
Ο Τοποτηρητής
Ιερεύς ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΡΟΥΓΓΕΡΗΣ.


Η πρόσκληση αυτή προκαλεί την έκρηξη του Μεθοδίου, ο οποίος συντάσσει την ακόλουθη επιστολή:

Προς
τον Αιδεσιμώτατον Κύριον Σπυρίδωνα Ρουγγέρην
τοποτηρητήν του ενταύθα Παραρτήματος της
Ρωμαϊκής Εκκλησίας.
Αιδεσιμώτατε,
Έλαβον το από 22ας ενεστώτος μηνός και έτους χρονολογούμενον προσκλητήριον επιστολικόν δελτάριόν σας, διά του οποίου προσκαλούμαι όπως «τιμήσω διά της παρουσίας μου την τελετήν της ενθρονήσεως του Σεβασμιωτάτου κ.κ. Αντωνίου – Γρηγορίου Βουτσίνου» τελεσθησομένην την προσεχή Κυριακήν 25ην τρέχοντος μηνός, και τον οποίον Σεβασμιώτατον, όλως προπετώς και αντικανονικώς τιτλοφορείτε «ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΚΕΡΚΥΡΑΣ».
Εάν ανεγράφετο τιτλοφορούμενος Αρχιεπίσκοπος της Παπικής ή Ρωμαϊκής Εκκλησίας, όπως αρμόζει, διότι αυτή είναι η αλήθεια, δεν θα εδίσταζα να προσέλθω, κατά Χριστιανικήν ανοχήν, εις την τελετήν εις ην προσκαλούμαι. Εφ’ όσον όμως προπετώς και αντικανονικώς τιτλοφορείται ως «Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας», η παρουσία μου εις την τελετήν, θα τιμήσει μεν υμάς αλλά δεν προσήκει εις εμέ τον νόμιμον και κανονικόν Αρχιεπίσκοπον Κερκύρας. Διότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν θα εγνώριζον τα δικαιώματά μου και θα υπετίμων όχι μόνον τον εαυτόν μου, αλλά και τα δικαιώματα και την εμπρέπουσαν κανονικήν και νόμιμον θέσην της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας της Κέρκυρας, απέναντι της οποίας έχω ιεράς και απαραβάτους υποχρεώσεις υπερασπίσεως των δικαιωμάτων αυτής, αιωνοβίων και απαραγράπτων.
Αιδεσιμώτατε,
Δεν αναγνωρίζω άλλον Αρχιεπίσκοπον Κερκύρας πλην του της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας.
Ο χαρακτηρισμός του Σεβασμιωτάτου Αντωνίου – Γρηγορίου Βουτσίνου ως «Αρχιεπισκόπου Κερκύρας» είναι προπετής αντιποίησις αλλοτρίων Εκκλησιαστικών τίτλων και δικαιωμάτων, διά την οποίαν
ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΑΙ
Εν Κερκύρα τη 23η Ιανουαρίου 1948
Ο Μητροπολίτης Κερκύρας και Παξών
+Ο ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΞΩΝ ΜΕΘΟΔΙΟΣ


Παράλληλα, ο Μεθόδιος συντάσσει και αποστέλλει μακροσκελή «εγκύκλιον προς τον ορθόδοξο ιερόν κλήρον και τον ελληνικόν λαόν του Νομού Κερκύρας και διαμαρτυρία κατά των επιδιώξεων, εξορμήσεων και επεμβάσεων του ρωμαιοπαπισμού εις την Κέρκυραν και γενικώς την Ελλάδα». Στην εγκύκλιο- διαμαρτυρία αυτή θίγεται η αντιποίηση αρχής από τον Βουτσίνο (σελ. 16, 17) ενώ επιχειρείται μία λεπτομερής καταγραφή των σχέσεων της καθολικής με την ορθόδοξη εκκλησία καθώς και της ιστορίας της εκκλησίας της Κέρκυρας και των περιστάσεών της από την κατάλυση του επισκοπικού της θρόνου μέχρι την σύγχρονή του εποχή. Από αυτήν την αναδρομή δεν παραλείπει βέβαια να αναφερθεί στη σύγκρουση του Αθανασίου Πολίτη με τον Nicholson, τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας από τους Ιταλούς το 1923 καθώς και σε γεγονότα σχετικά με την ιταλική κατοχή.
Αξίζει, μάλιστα, να αναφερθούμε στην καταγγελία του ότι, ύστερα από το βομβαρδισμό του 1923, ο επίσκοπος Λεονάδρος Πρίντεζης ευλόγησε τα ιταλικά όπλα στο λιμάνι της Κέρκυρας ενώ όταν τορπιλίστηκε η «‘Ελλη» διερωτάται «…ποίαν φωνήν διαμαρτυρίας αφήκεν ο Σεβ. Αντώνιος – Γρηγόριος Βουτσίνος μετά των περί αυτών Κληρικών της Ρωμαϊκής Εκκλησίας»;
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν ο Πρίντεζης όντως ευλόγησε τα ιταλικά όπλα στο λιμάνι της Κέρκυρας. Είναι όμως σε όλους γνωστή η αντιστασιακή δράση του Βουτσίνου, ο οποίος, μάλιστα, στις 20 Νοεμβρίου 1943 συνελήφθη από τους Γερμανούς. Ακολούθως, δικάστηκε, καταδικάστηκε και, με σκοπό την εκτέλεση, κρατήθηκε περισσότερο από δύο μήνες σε κελί βαρυποινιτών στις φυλακές «Αβέρωφ», όπου υπέστη σωρεία κακοποιήσεων μέχρι θραύσεως της οδοντοστοιχίας του.
Ακολούθως, ο Βουτσίνος σε ανοικτή του επιστολή προς τον Μεθόδιο στις 23 Απριλίου 1948, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθολική» και στην «Ελευθερία» της Κέρκυρας, μιλά με αβρότητα προς τον ιεράρχη. Ο τελευταίος δημοσίευσε την απάντησή του στο περιοδικό «Άγιος Ιάσων και Σωσίπατρος» τον Ιούνιο του 1948. Εκεί τονίζει ότι μόνιμο εμπόδιο στις σχέσεις των δύο ανδρών είναι ο τίτλος του «Αρχιεπισκόπου Κερκύρας» που χρησιμοποιεί, γεγονός που αποτελεί, όπως λέει, «…αντιποίηση τίτλων, δικαιωμάτων και προνομίων» και του καταλογίζει ότι «…προσεπάθησε να ρίψει κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κερκύρας δυναμίτιδα».

Επιπλέον, ο Μεθόδιος, συνεχίζοντας τις διαμαρτυρίες του, στις 25 Σεπτεμβρίου 1948 αποστέλλει προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος σχετικό υπόμνημα, όπου, μεταξύ των άλλων, καταγγέλλει τον Βουτσίνο για τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Κερκύρας». Ο τίτλος αυτός θα παραμείνει ένα μόνιμο αγκάθι στις σχέσεις των δύο ανδρών μέχρι το 1952, όπου ο Βουτσίνος μετατίθεται στη Γαλλία ως τιτουλάριος επίσκοπος Άπρων.
Με το τέλος της θητείας του στην Κέρκυρα τελειώνει και ένα κεφάλαιο που απασχόλησε για έναν περίπου αιώνα τα εκκλησιαστικά και όχι μόνο πράγματα της Κέρκυρας και του οποίου οι ρίζες, όπως συμβαίνει συχνότατα στην ιστορία, χάνονται στο απώτατο παρελθόν. Το αποδεικνύουν οι άριστες σχέσεις των χριστιανών σήμερα στο νησί.


Γιώργος Γαστεράτος
Φιλόλογος - Ιστορικός
υπ. δρ. Ιστορίας Ιονίου Πανεπιστημίου



βλ. σχετ. Α. Χ. Τσίτσα, «Η αποκατάσταση του επισκοπικού θρόνου στην Κέρκυρα», Δημοσιεύματα Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 1987.
Γεράσιμου Ε. Μαυρομάτη, «Ιστορία των Ιονίων Νήσων αρχομένη τω 1797 και λήγουσα τω 1815», Αθήνα 1889, σ. 132 – 133.
Π. Χιώτου, «Ιστορικά απομνημονεύματα Επτανήσου», Ζάκυνθος 1887, τ. 6, σ. 93 – 96.
«Anno Domini», τ. Ι-(ΜΜΙΙΙ), Series Archiepiscoporum Ecclesiae Metropolitanae Ccorfiensis (Κέρκυρα), σ. 268] και Σπυρίδωνος Κ. Παπαγεώργιου, «Ιστορία της Εκκλησίας της Κέρκυρας», Κέρκυρα 1920, σ. 143 - 144.
«Σύνταγμα του Ιονίου Κράτους των 1817 ως νυν υπάρχει μετερρυθμισμένον, μεταφρασθέν εκ του ιταλικού πρωτοτύπου κλπ», Μετάφραση Μιχαήλ Ιδρωμένου, Κέρκυρα 1855.
Παπαγεώργιου, ό.π. σ. 141 και 143, Σπύρου Αβούρη, «Η Εκκλησία της Επτανήσου επί αγγλοκρατίας», Αθήναι 1964, σ. 45 και π. Γεώργιου Μεταλληνού, «Ο Μητροπολίτης Κερκύρας Αθανάσιος (1848/50 – 1870) και οι σχέσεις Ορθοδοξίας – Ρωμαιοκαθολικισμού στην Κέρκυρα τον ΙΘ΄ αιώνα», Ελληνισμός μαχόμενος, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1997, σ. 150.
William Miller, «Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα», μτφ. Άγγελου Φουριώτη, εκδ. Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 19902, σ. 590, όπου αναφέρεται ότι ένας λατίνος ιερέας ονόματι Αντώνιος σφετερίστηκε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Κερκύρας εκμεταλλευόμενος την απουσία του κανονικού ορθόδοξου. Σύμφωνα, όμως, με τη Series Arciepiscoporum Ecclesiae Metropolitanae Corfiensis ο Αντώνιος είναι ο τρίτος κατά σειρά λατίνος Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας. Μεσολαβούν δύο πριν από αυτόν, των οποίων τα ονόματα δεν έχουν σωθεί [«Anno Domini», τ. Ι-(ΜΜΙΙΙ), σ. 267]. Ο Χιώτης (ό. π. σ. 73, 74) αναφέρει τον Μάρκο Κονταρίνο, ο οποίος, όμως, σύμφωνα με την ανωτέρω «Series», είναι έκτος κατά σειρά.
Σπύρου Ν. Ασωνίτη, «Ανδηγαυική Κέρκυρα», Κέρκυρα 1999, σ. 224.

«…Ο Κάρολος χρωστούσε το στέμμα του στον πάπα κ’ είταν υποχρεωμένος να αποδείξει αυτό που του όφειλε προπαγανδίζοντας τον καθολικισμό μεταξύ των ορθοδόξων υπηκόων του», William Miller, ό. π., σ. 590, «…του Καρόλου χαριζομένου εις τον Πάπαν προς ον εχρεώστει το βασίλειον της Νεαπόλεως…», Ερμ. Λούντζη, «Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών», Αθήναι 1856, σ. μδ΄, με΄, 92 και 93, βλ. σχετ. Andr. Mustoxidis, «Delle Cose Corciresi», Corfu’ 1848, βιβλίο 7, σ. 410, Νικολάου Σπ. Γερακάρη, «Κερκυραϊκές σελίδες», Κέρκυρα, 1906, σ. 33 - 34, Σπ. Ασωνίτη, ό. π., σ. 224, 245, Αλίκης Νικηφόρου, «Δημόσιες τελετές στην Κέρκυρα κατά την περίοδο της Βενετικής κυριαρχίας», Αθήνα 1999, σ. 40, Σπυρίδωνος Παπαγεώργιου, ό.π., σ. 19, 45 κεξ., Ανδρέα Μ. Ιδρωμένου, «Συνοπτική ιστορία της Κέρκυρας», Κέρκυρα 19302, σ. 73, 74, Αθ. Τσίτσα, ό. π. σ. 30 κεξ. και Π. Χιώτου, ό.π., τ. 2, σ. 488, 489 και τ. 6, σ. 27, 28.
Παπαγεώργιου, ό. π., σ. 32 και Ασωνίτη, ό. π., σ. 223.
Παπαγεώργιου, ό. π., σ. 143.
βλ. έγγραφο με ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 1826 του Άγγλου υπουργού Αποικιών λόρδου Barthust προς τον αρμοστή Sir Frederick Adam, όπου ο υπουργός δίνει οδηγίες στον αρμοστή για την γραμμή που θα πρέπει ακολουθήσει στις διαπραγματεύσεις που διεξήγαγε στη Ρώμη με τον αρχιεπίσκοπο Πέτρο Caprano, γραμματέα της συνόδου για τη διάδοση της πίστης (στου π. Γεωργίου Μεταλληνού, ό.π., σ. 174 – 175).
Παπαγεώργιου, ό. π., σ. 144 – 146.
Η λέξη διατηρείται σήμερα στο κερκυραϊκό γλωσσικό ιδίωμα ως «μπαρλακί».
Παπαγεώργιου, ό. π., σ. 146 - 162.
Περιοδικό «Απολύτρωσις», Κέρκυρα, Ιούνιος – Οκτώβριος 1973, τεύχος 72 – 76, σ. 8, 43 και 59.
Μεθοδίου Κοντοστάνου Μητροπολίτου Κερκύρας, «Εγκύκλιος προς τον ορθόδοξον ιερόν κλήρον και τον ελληνικόν λαόν του Νομού Κερκύρας και Διαμαρτυρία κατά των επιδιώξεων, εξορμήσεων και επεμβάσεων του ρωμαιοπαπισμού εις την Κέρκυραν και γενικώς την Ελλάδα», Κέρκυρα 1948, σ. 11.
βλ. σχετ. Μιχαήλ & Νικόλαος Ρούσσος, «Επίσκοποι Σύρου (1275 – 2000)», Σύρος 2001, σ. 55 – 56.
Για την εφημερίδα βλ. σχετ. π. Νικηφόρου Βιδάλη, «Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Διονυσίου – Σύντομη ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας των Αθηνών», Αθήνα 1998, σ. 79, 80.
«Κατόπιν αποφάσεως της επιτροπής του αρμοδίου Υπουργείου κατεδαφίσθη ο περίλαμπρος ιστορικός Ναός της Ευαγγελιστρίας των Καθολικών εις την Κέρκυραν, με την πρόφασιν ότι ήτο ετοιμόρροπος. Η επιτροπή του αρμοδίου Υπουργείου διέπραξε το μέγα αυτό έγκλημα κατά της ιστορίας και της τέχνης, υπείκουσα εις τον τυφλόν φανατισμόν και τας μηχανορραφίας ενίων…», Εφημερίδα «Καθολική», αρ. φύλλου 621, 18 Ιουλίου 1947.
Περιοδικό «Άγιος Ιάσων και Σωσίπατρος», αρ. 10, έτος ΙΓ΄, Οκτώβριος 1947.
Περιοδικό «Άγιος Ιάσων και Σωσίπατρος», αρ. 9, έτος ΚΘ΄, Σεπτέμβριος 1962.
Μεθοδίου Κοντοστάνου Μητροπολίτου Κερκύρας, «Εγκύκλιος…, Κέρκυρα 1948, σ. 3.
Μεθοδίου Κοντοστάνου Μητροπολίτου Κερκύρας, «Εγκύκλιος…», Κέρκυρα 1948, σ. 4.
Μεθοδίου Κοντοστάνου Μητροπολίτου Κερκύρας, «Εγκύκλιος…», Κέρκυρα 1948, σ. 11 και 13.
Υακίνθου Γαδ «Ο ρόλος του Επισκόπου Αντωνίου – Γρηγορίου Βουτσίνου», Συριανά Γράμματα, τεύχος 15, χρόνος δ΄, Ιούλιος 1991, σ. 279 - 286 και Μάρκου Ν. Ρούσσου – Μηλιδώνη, «Syra Sacra – Θρησκευτική ιστορία της Σύρου», Σύρος 20002 σ. 205 – 207.
Εφημερίδα «Ελευθερία», 29 Απριλίου 1948.
Περιοδικό «Άγιος Ιάσων και Σωσίπατρος», αρ. 6, έτος ΙΔ΄, Ιούνιος 1948.
Περιοδικό «Άγιος Ιάσων και Σωσίπατρος», αρ. 9, έτος ΙΔ΄, Οκτώβριος 1948.
Μάρκου Ν. Ρούσσου – Μηλιδώνη, ό. π., σ. 207 και Μιχαήλ & Νικόλαος Ρούσσος, ό. π., σ. 55 – 56.